Ακηδία και κατάθλιψη. Μύθοι και πραγματικότητα

103

Ἡ ἰδέα νά καταπιαστῶ μέ τό συγκεκριμένο θέμα πρoέκυψε ἀπό τή μελέτη τῶν ὅσων κατά καιρούς γράφονται καί ὑποστηρίζονται γιά τήν κατάθλιψη ἀπό ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί ἀπό τίς συνέπειες αὐτῶν σέ ἀνθρώπους πού πάσχουν ἀπό κλινική κατάθλιψη.

Πιό συγκεκριμένα, κάποιοι σύγχρονοι θεολόγοι – Ἀρχιμ. Σπυρίδων (1987), Μητροπολίτης Σηλυβρίας Αἰμιλιανός (2001), Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος (2007), Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης (2012) κ. ἄ.- ταυτίζουν τήν ἀκηδία, τή μή κατά Θεόν λύπη καί τήν ἀθυμία (τή θλίψη) μέ τήν κατάθλιψη. Ἡ ἀντίληψη αὐτή ἔχει περάσει σέ κάποιους ἱερεῖς καί πιστούς.

Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Σπυρίδων στό βιβλίο του μέ τόν τίτλο «Ἡ Κατάθλιψις» ἀποδίδει, μέ ἕνα τρόπο ὅλως ἀντιεπιστημονικό καί αὐθαίρετο, τούς ὅρους λύπη, θλίψη, ἀθυμία, ἀκηδία τῶν πατερικῶν κειμένων μέ τόν ὅρο κατάθλιψη. Ὅ, τι ἀναφέρεται γιά τίς καταστάσεις αὐτές στά ἀσκητικά κείμενα θεωρεῖ ἐκ προοιμίου ὅτι ἰσχύει καί στήν περίπτωση τῆς κατάθλιψης. Ἡ ἴδια αἰτία, τά ἴδια χαρακτηριστικά, ἡ ἴδια θεραπεία.

Ὁ Μητροπολίτης Σηλυβρίας Αἰμιλιανός ἐπίσης στό βιβλίο του μέ τόν τίτλο «Ἡ ἀκηδία καί ἡ θεραπεία της» μεταφράζει τούς ὅρους λύπη καί ἀκηδία μέ τίς λέξεις μελαγχολία καί κατάθλιψη.

Ὁ Κ.Γ. Παπαδημητρακόπουλος στό βιβλίο του «Ἡ κατάθλιψη κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας» ταυτίζει τούς ὅρους λύπη καί ἀθυμία μέ τήν κατάθλιψη (λύπη, ἀθυμία = κατάθλιψις). Τήν ἴδια τακτική ἀκολουθεῖ καί ὁ Ἱερομόναχος Σάββας ὁ Ἁγιορείτης στό βιβλίο του «Τά πάθη καί ἡ κατάθλιψη∙ τί εἶναι καί πῶς θεραπεύονται», ὑποστηρίζοντας συγχρόνως ὅτι τό κύριο πάθος, πού ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στή μή κατά Θεόν λύπη (τήν κατάθλιψη) καί ἀποτελεῖ τήν κύρια αἰτία καί τῶν λεγομένων «ψυχολογικῶν» προβλημάτων, εἶναι ὁ ἐγωισμός καί ἡ ὑπερηφάνεια.

Ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου Ἱερόθεος σέ πρόσφατη ὁμιλία του σημειώνει: Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος «ἀναφέρεται καί στούς λογισμούς τῆς λύπης, πού εἶναι ἡ θλίψη, καί τῆς ἀκηδίας, πού εἶναι ἡ κατάθλιψη».

Οἱ Γέροντες Πορφύριος καί Παΐσιος ἐπίσης φαίνεται νά ταυτίζουν τή θλίψη καί τήν ἀκηδία μέ τήν κατάθλιψη. Σέ κείμενο τοῦ Γέροντος Πορφυρίου διαβάζουμε: «Ὁ διάβολος κατορθώνει καί παίρνει ἀπό τήν ψυχή τή δύναμη γιά τό καλό καί τήν κάνει θλίψη, κατάθλιψη. Ἐμεῖς δέν τά λέμε κατάθλιψη, ὅπως τό λένε οἱ λεγόμενοι ψυχίατροι. Ἐμεῖς … τά λέμε σατανική ἐνέργεια. Λέμε ἀκηδία, λέμε λογισμοί καί λέμε ὁ διάβολος τῆς ἀκηδίας, ὁ διάβολος τῆς πορνείας, ὁ διάβολος, ὁ διάβολος. Διάφοροι διάβολοι γιά κάθε σατανική ἐνέργεια πού μᾶς δημιουργοῦν».

Μιά σειρά ἀπό κείμενα καί ὁμιλίες, πού ἀπευθύνονται στό εὐρύ κοινό καί κυκλοφοροῦν καί στό διαδίκτυο, προωθοῦν τήν ἴδια ἄποψη. Φυσική συνέπεια αὐτῆς τῆς ἀντίληψης εἶναι ἡ τοποθέτηση ὅτι στή βάση τῶν ψυχικῶν ἀσθενειῶν βρίσκονται τά πάθη καί δή ἡ ὑπερηφάνεια: «Κύριον αἴτιον εἰς τήν κατάθλιψη καί σέ ὅλα αὐτά πού τά λένε πειρασμικά, σατανικά, ὅπως εἶναι ἡ νωθρότης, ἡ ἀκηδία, ἡ τεμπελιά, πού μαζί μ’ αὐτά εἶναι τόσα ψυχολογικά, δηλαδή πειρασμικά πράγματα εἶναι ὅτι ἔχεις μεγάλον ἐγωισμό».

Ἐντύπωση πάντως προκαλεῖ τό γεγονός ὅτι στίς δόκιμες μεταφράσεις τῶν πατερικῶν κειμένων ἡ ἀκηδία, καθώς καί ἡ λύπη -ἀθυμία δέ μεταφράζονται, ἀλλά παραμένουν ὡς ἔχουν.

Ἡ μελέτη αὐτή ἀποσκοπεῖ στό νά βοηθήσει στήν ἀπαραίτητη διάκριση τῶν παθῶν τῆς ἀκηδίας καί τῆς λύπης-ἀθυμίας ἀπό τήν κλινική κατάθλιψη, ἔτσι ὥστε τά μέν προαναφερθέντα πάθη νά καταπολεμῶνται στό πλαίσιο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα τοῦ πιστοῦ μέ τά πνευματικά θεραπευτικά μέσα τά προβλεπόμενα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἀσκητική, ἡ δέ κλινική κατάθλιψη νά διαγιγνώσκεται ἔγκαιρα ἀπό τόν εἰδικό γιατρό καί νά ἀντιμετωπίζεται σύμφωνα μέ τά σύγχρονα ἐπιστημονικά δεδομένα τῆς ψυχιατρικῆς.

Ἀκηδία

Ἡ λέξη ἀκηδία ἀπό τό ἀκηδής (ἀ+κῆδος, ἄταφος, ἀμελής) ἀπαντᾶ στήν ἀρχαιοελληνική γραμματεία μέ τήν ἔννοια τῆς ἔλλειψης φροντίδας καί ἐνδιαφέροντος, τῆς ἀδιαφορίας, ἀμέλειας, παραμέλησης. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἐπίσης μέ τήν ἔννοια τῆς ἀδιαφορίας, τῆς θλίψης καί τοῦ πένθους. Κατά τό Λεξικό τοῦ Σουΐδας, ἡ ἀκηδία εἶναι συνώνυμη τῆς ραθυμίας, τῆς ἀχθηδόνος (ἀπό τό ἄχθος – τό βάρος) καί τῆς λύπης.

Ὁ ὅρος πέρασε στή λογοτεχνία καί τήν καθημερινή γλώσσα μέ τήν ἀρχαιοελληνική ἔννοια τῆς ἀμέλειας καί τῆς ἀδιαφορίας. Γιά παράδειγμα, ἐκφράσεις ὅπως: «ἡ κρατική ἀκηδία γιά τά ἐθνικά θέματα», «ἡ πολιτική ἀκηδία», «ἡ ἀκηδία τῆς πλειοψηφίας» κ.λπ.
Σύμφωνα μέ κάποια ὁμαδοποίηση τῶν παθῶν, ἡ ὁποία πάντως δέν ἑδράζεται στή Βίβλο, ἡ ἀκηδία καί ἡ λύπη κατατάσσονται μεταξύ τῶν ὀκτώ λογισμῶν: «Περί τῶν ὀκτώ λογισμῶν» (Εὐάγριος), «Περί τῶν ὀκτώ τῆς κακίας λογισμῶν» (Νεῖλος ὁ Ἀσκητής), «Περί τῶν ὀκτώ τῆς κακίας λογισμῶν» (Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος) ἤ «τῶν ὀκτώ τῆς κακίας προστατῶν (πρωταρχικῶν παθῶν)» (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος). Ἡ ἀκηδία καί ἡ λύπη συμπεριλαμβάνονται ἐπίσης στά ἑπτά θανάσιμα ἁμαρτήματα, κατά τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία.

Ἡ ἀκηδία στή νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας λογίζεται ὡς πάθος πού πολεμᾶ τούς μοναχούς καί κυρίως τούς ἀναχωρητές. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει: «Κοινόβιον ἀκηδίας ἀντίπαλον∙ ἀνδρί δέ ἡσυχαστῇ σύζυγος αὕτη αἰώνιος».

Στά πατερικά κείμενα βρίσκουμε μιά πλειάδα ὁρισμῶν τῆς ἀκηδίας. Ἀπ’ ὅλους θεωρεῖται νόσος τῆς ψυχῆς. Γιά τόν Ἰωάννη τῆς Κλίμακος «ἀκηδία ἐστί πάρεσις ψυχῆς καί νοός ἔκλυσις, ὀλιγωρία ἀσκήσεως, μῖσος τοῦ ἐπαγγέλματος, κοσμικῶν μακαρίστρια, Θεοῦ διαβλήτωρ, ὡς ἀσπλάγχνου καί ἀφιλανθρώπου, ἀτονία ψαλμωδίας, ἐν προσευχῇ ἀσθενοῦσα,… Τά μέν λοιπά πάθη μιᾷ τινι ἀρετῇ καταργεῖται καθ’ ἕκαστον∙ ἀκηδία δέ τῷ μοναχῷ, περιεκτικός θάνατος». Κατά τή διατύπωση τοῦ Jean Claude Larchet, «κατά κάποιο τρόπο συμβαίνει ἀφενός μέν νάρκωση καί ἀδρανοποίηση, ἀφετέρου δέ διάχυση ὅλων τῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες συμβάλλουν στήν πνευματική ζωή».

Ὁ Ἰσαάκ ὁ Σύρος ἐπίσης τήν ἀποκαλεῖ «δοκιμασία (γεύση) τῆς κολάσεως» στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ: «Ὅταν θελήσῃ ὁ Θεός νά θλίψῃ ἄνθρωπόν τινα περισσότερον, παραχωρεῖ νά ἐμπέσῃ οὗτος εἰς τάς χεῖρας τῆς μικροψυχίας, ἥτις γεννᾶ εἰς αὐτόν ἰσχυράν δύναμιν τῆς ἀκηδίας, διά τῆς ὁποίας γεύεται τοῦ ψυχικοῦ πνιγμοῦ, ὅπερ ὑπάρχει δοκιμασία τῆς κολάσεως∙ καί ἐντεῦθεν ἐπέρχεται εἰς αὐτόν τό πνεῦμα τοῦ παραλογισμοῦ, ἐξ οὗ πηγάζουσιν ἄπειροι πειρασμοί, ἤγουν ἡ σύγχυσις, ἡ ταραχή, ὁ θυμός, ἡ βλασφημία, ἡ μεμψιμοιρία, οἱ διεστραμμένοι λογισμοί, ἡ ἀπό τόπου εἰς τόπον μετάβασις, καί τά τοιούτοις ὅμοια. Ἐάν δέ εἴπῃς ποία εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τούτων; Σοί λέγω κἀγώ ὅτι εἶναι ἡ ἀμέλειά σου…».

Στήν ἀσκητική παράδοση γίνεται λόγος γιά τό δαίμονα τῆς ἀκηδίας, καθώς καί τό δαίμονα τῆς λύπης-ἀθυμίας ἤ τό πνεῦμα τῆς ἀκηδίας, τῆς λύπης κ.λπ. Ἡ ἀκηδία ἐκτιμᾶται ὡς τό πιό ἐπικίνδυνο ἀπό τά πάθη, ὡς γεννήτρια (γενεσιουργός αἰτία) ἄλλων κακιῶν. «Ἡ ἀκηδία στήκει ἐπί πάσῃ ἀρχῇ (ἐμφανίζεται σέ κάθε νέο ξεκίνημα) καί οὐκ ἔστι χεῖρον αὐτῆς πάθος».

Ἡ ἀκηδία διαφέρει ἀπό τά ἄλλα πάθη, καθώς σέ αὐτή ἐμπλέκονται ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί ἀπ’ αὐτή παράγονται ὅλα τά ἄλλα πάθη: «Πάντα τά ἄλλα πάθη ἤ τοῦ θυμικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς ἤ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ μόνον ἐφάπτεται ἤ καί τοῦ λογιστικοῦ ὡς ἡ λήθη καί ἡ ἄγνοια∙ ἡ δέ ἀκηδία, πασῶν τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων ἐπιδραττομένη, πάντα σχεδόν ὁμοθυμαδόν κινεῖ τά πάθη∙ διό καί πάντων τῶν ἄλλων παθῶν ἐστι βαρύτατον».

Ὁ Jean Claude Larchet συνοψίζει τά χαρακτηριστικά τῆς ἀκηδίας ὡς ἑξῆς: Ἡ ἀκηδία παραπέμπει σέ κάποια κατάσταση ὀκνηρίας καί ἀνίας, ἀηδίας, ἀνορεξίας, ἀποστροφῆς, ἀτονίας, ἀθυμίας, ἀποθάρρυνσης, χαύνωσης, ἀναισθησίας, νωχέλειας, νάρκωσης ψυχικῆς καί φυσικῆς, ὑπνηλίας, νωθρότητας, αἴσθημα μή ἱκανοποίησης, ἀνησυχίας, ἀγωνίας καί ἄγχους. Ἡ ἀκηδία σπρώχνει τόν ἄνθρωπο σέ περιπλάνηση ψυχική ἤ καί μετοίκιση σωματική. Ὁ νοῦς του καθίσταται ἀργός, ἄπραγος καί ἀδύναμος γιά κάθε πνευματική δραστηριότητα. Ἡ ἀκηδία παράγει βλάσφημους λογισμούς, συντρίβει τήν κατάνυξη καί προκαλεῖ ὀξυθυμία. Ἑνωμένη μέ τή λύπη μπορεῖ νά ὁδηγήσει στήν ἀπελπισία. Ἡ ἀκηδία δηλαδή ἀπό μόνη της ἤ σέ συνδυασμό μέ τή λύπη παραπέμπει σέ μιά δέσμη παθῶν καί συμπεριφορῶν.

Σύμφωνα μέ τήν ὅλη ἀσκητική διδασκαλία, ἡ ἀκηδία μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ μέ δύο ἔννοιες. Μέ τή στενή ἔννοια ἀκηδία εἶναι ἡ ἀμέλεια, ἡ ἀδιαφορία, ἡ παραίτηση ἀπό κάθε πνευματική ἐργασία (ψαλμωδία, προσευχή, πνευματική μελέτη, ἐξαγόρευση τῶν λογισμῶν κ.λπ.). Αὐτό εἶναι δυνατόν νά ὀφείλεται εἴτε στήν ἐμπάθεια καί ἀνωριμότητα κάποιου εἴτε καί στή συνέργεια τοῦ δαίμονα. «Μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια ἀκηδία εἶναι γενική ψυχοσωματική κατάσταση, πού χαρακτηρίζεται ἀπό ἀρνητισμό ὑπαρξιακό, ἀπό ἀϋπνία καί ἀνορεξία, ἀπό ἀπελπισία καί μελαγχολία, ἀπό ἀνερμάτιστες καί «συγκεχυμένες» σκέψεις καί ἀπό τάση αὐτοκαταστροφῆς, ἀπό κατάκριση «τῶν πάντων» καί ἀπό ἀδράνεια … Σ’ αὐτή τήν περίπτωση ἡ δαιμονική κυριαρχία δέν μπορεῖ νά ἀμφισβητηθεῖ, ἀλλά καί μεγάλα ὑπαρξιακά κενά εἶναι δυνατόν νά εἶναι τά αἴτιά της».

Λύπη- Ἀθυμία

Οἱ Πατέρες συνδέουν τήν ἀκηδία μέ τή λύπη καί τήν ἀθυμία. Ἡ ἀκηδία κατανοεῖται ὡς συνεργός καί σύζυγος τῆς λύπης. Ἄλλοτε εἶναι ἡ λύπη πού ὁδηγεῖ στήν ἀκηδία. Κατά τόν Κασσιανό ἡ μή κατά Θεόν λύπη ἀναδεικνύει – κάνει φανερούς τούς καρπούς τοῦ πονηροῦ πνεύματος ἐν οἷς καί ἡ ἀκηδία. Ἄλλες φορές πάλι ἡ λύπη ταυτίζεται μέ τήν ἀκηδία. Ὁ Jean Claude Larchet ἐκτιμᾶ ὅτι τά ὅρια ἀνάμεσα στήν ἀναιτιολόγητη λύπη καί τήν ἀκηδία εἶναι ἀσαφῆ καί δυσδιάκριτα. Συγχρόνως, ἡ λύπη ἐναλλάσσεται στά κείμενα μέ τήν ἀθυμία. Σέ κάθε περίπτωση, δέ γίνεται καί δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει ἀπόλυτη διάκριση αὐτῶν τῶν καταστάσεων.

Ὡστόσο, ὑπάρχει μιά εἰδοποιός διαφορά ἀνάμεσα στήν ἀκηδία καί τή λύπη-ἀθυμία. Ἡ λύπη (ὅπως καί ἡ ἀθυμία) ἔχει θετική θεμελίωση στήν ἀνθρώπινη φύση∙ εἶναι δύναμις τῆς ψυχῆς, καί ἡ ποιότητά της ἐξαρτᾶται ἀπό τήν προαίρεση: «Τήν ἀθυμίαν ἐνέθηκεν ἡμῶν ὁ Θεός τῇ φύσει, οὐχ ἵνα ἁπλῶς καί ἀκαίρως καί ἐν τοῖς ἐναντίοις αὐτῇ χρώμεθα πράγμασιν, οὐδ’ ἵνα φθείρωμεν ἑαυτούς, ἀλλ’ ἵνα τά μέγιστα κερδάνωμεν ἐξ αὐτῆς… ». Ἀντίθετα, ἡ ἀκηδία δέν προκύπτει ἀπό τήν παρά φύση χρήση τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς, καθώς δέν ἔχει στή φύση καμιά θετική θεμελίωση.

Προβάλλεται ἡ «σωτήρια λύπη» καί ἡ «λύπη κατά Θεόν» (ἡ χαρμολύπη), τό «κατά Θεόν πένθος» γιά τίς ἁμαρτίες, γιά τό κακό, γιά τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τό Θεό (λύπη πού γεννιέται ἀπό τή μετάνοια), ἀπό ἀγάπη πρός τούς ἄλλους, λύπη γιά τά λυπηρά καί τίς συμφορές τίς δικές μας καί τῶν ἄλλων. Συγχρόνως, συνιστᾶται ἀντίσταση κατά τῆς ἐμπαθοῦς λύπης, πού προέρχεται ἀπό θυμό, ὀργή ἐξ αἰτίας τῆς ματαίωσης ἐπιθυμιῶν, τῆς ἀπώλειας κάποιου κέρδους, ἀπό κάποια ζημιά ἤ προσβολή, ἀπό μνησικακία, κενοδοξία κ.λπ. Ἡ ἐμπαθής λύπη καταστρέφει τούς καλούς λογισμούς καί ὁδηγεῖ στήν ἀπελπισία, τήν ἀπόγνωση καί ἐνίοτε καί στήν αὐτοκτονία.

Ἕνα εἶδος λύπης-ἀθυμίας χαρακτηρίζεται ὡς ἀναιτιολόγητη (δέν ἑρμηνεύεται ἀπό κανένα ἐμφανή λόγο καί ἀποδίδεται σέ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, στήν κακία τοῦ ἐχθροῦ ἤ τήν προσωπική ἀμέλεια. Ἄς προσέξουμε τή σκέψη τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στό λόγο του πρός Σταγείριον: «Ἐπειδή καί ἑτέρως σφόδρα ἔφης ἀλγεῖν, ὡς καί πολλάκις σέ ἀναπείθειν τόν δαίμονα εἰς πέλαγος ἤ κατά κρημνῶν ἀφανίσαι σαυτόν, ἤ ἄλλῳ τινί τοιούτῳ τρόπῳ τήν παροῦσαν καταλῦσαι ζωήν, καί ὑπέρ τούτων μικρά διαλεχθῆναι βούλομαι τῶν λογισμῶν. Οὐ γάρ ἐκείνου μόνον ἐστίν αὕτη ἡ συμβουλή, ἀλλά καί τῆς ἀθυμίας τῆς σῆς, καί ταύτης μᾶλλον ἤ ἐκείνου, τάχα δέ καί μόνης ταύτης. Καί δῆλον ἐξ ὧν πολλοί καί τῶν μή δαιμονώντων ἀπό τοῦ λυπεῖσθαι μόνον τοιαῦτα βουλεύονται… Ἐκείνη (ἡ ἀθυμία) καί τούτου (τοῦ δαίμονος) μή παρόντος πολλά ἄν ἐργάσαιτο δεινά∙ καί τούς πλείονας τῶν βρόχους ἁψάντων, ἤ ξίφει διαφθαρέντων, ἤ ποταμοῖς ἀποπνιγέντων, ἤ καί ἑτέρως πως ἀπολεσάντων ἑαυτούς, ἀπό τῆς ἀθυμίας ἐπί τούς βιαίους τούτους θανάτους εὑρήσομεν∙ εἰ δέ τινες τῶν δαιμονώντων εἶεν ἐν τούτοις, καί τούτων τήν ἀπώλειαν οὐ τῷ δαίμονι λογιστέον, ἀλλά τῇ τῆς ἀθυμίας τυραννίδι καί βίᾳ».

Κατά τόν Κασσιανό ἐπίσης «ἡ λύπη πολλές φορές προέρχεται ἀπό τήν ὀργή πού αἰσθάνεται κανείς, ἐξαιτίας τῆς ἀπώλειας κάποιας ἀπόλαυσης ἤ κάποιας ἐλπίδας ἀπολαβῆς. Μερικές φορές ὅμως δέν ὑπάρχει κανένας ἐμφανής λόγος, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά δικαιολογήσει αὐτή τήν πτώση. Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις εὐθύνεται ἀποκλειστικά ἡ κακία τοῦ Ἐχθροῦ, ἡ ὁποία ξαφνικά μᾶς φορτώνει μέ ἕνα τέτοιο βάρος…». Καί ἀλλοῦ: Αὐτό τό εἶδος τῆς λύπης «εἶναι ἔκφραση ἑνός κρυφοῦ ἐσωτερικοῦ ἄγχους ἤ ἑνός βιώματος ἀποκαρδίωσης καί ἀπελπισίας».

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος θεωρεῖ «χαλεπώτερον» τό πάθος τῆς ἀθυμίας, τήν ὁποία περιγράφει μέ τά μελανότερα χρώματα: «Ἡ γάρ ἀθυμία ψυχῶν ἐστι βασανιστήριον χαλεπόν, ὀδύνη τις ἄῤῥητος καί δίκη δίκης ἁπάσης καί τιμωρίας πικροτέρα… Οὐ γάρ τοιοῦτο τῆς νυκτός τό σκότος, οἵα τῆς ἀθυμίας ἡ νύξ, οὐ κατά νόμον φύσεως παραγενομένη, ἀλλά κατά λογισμῶν σκότωσιν συναγομένη, φοβερά τις οὖσα καί ἀφόρητος, ἀμείλικτον ἔχουσα τό πρόσωπον τυράννου παντός ὠμοτέρα…».

Εἶναι ἐπίσης ἀξιοπρόσεκτος γιά τό θέμα μας ἡ περιγραφή τοῦ Ἀββᾶ Κασσιανοῦ: «Ὅταν γάρ τό πονηρόν τοῦτο πνεῦμα (τῆς λύπης) περιδράξηται τῆς ψυχῆς καί ὅλην αὐτήν σκοτίσῃ, οὐκ εὐχάς ἐκτελεῖν μετά προθυμίας συγχωρεῖ∙ οὐ τῶν ἱερῶν ἀναγνωσμάτων τῇ ὠφελείᾳ ἐγκαρτερεῖν∙ πρᾶον καί εὐκατάνυκτον πρός τούς ἀδελφούς τόν ἄνθρωπον εἶναι οὐκ ἀνέχεται∙ πρός πάντα τῶν ἔργων τά ἐπιτηδεύματα καί πρός αὐτήν τοῦ βίου τήν ἐπαγγελίαν μῖσος ἐμποιεῖ. Καί πάντα ἁπλῶς τά σωτηριώδη βουλεύματα τῆς ψυχῆς ἡ λύπη συγχέασα, καί τήν εὐτονίαν αὐτῆς καί καρτερίαν παραλύσασα, ὡς ἄφρονα ταύτην καί παραπλῆγα (μεθυσμένη) ἀπεργάζεται, τῷ τῆς ἀπογνώσεως ἐνδήσασα λογισμῷ … Ὥσπερ γάρ σής ἱμάτιον καί σκώληξ ξύλον, οὕτως ἡ λύπη τήν τοῦ ἀνθρώπου ψυχήν κατεσθίει∙ ἐκκλίνειν πείθουσα πᾶσαν ἀγαθήν συντυχίαν καί οὐδέ παρά τῶν γνησίων φίλων λόγον συμβουλίας δέχεσθαι συγχωροῦσα, οὐδέ χρηστήν ἀπόκρισιν ἤ εἰρηνικήν ἐπιτρέπουσα τούτοις μεταδιδόναι∙ ἀλλά πᾶσαν τήν ψυχήν περιλαβοῦσα πικρίας αὐτήν καί ἀκηδίας πληροῖ. Καί λοιπόν ὑποβάλλει αὐτῇ φεύγειν τούς ἀνθρώπους ὡς αἰτίους αὐτῇ ταραχῆς γενομένους. Καί οὐ συγχωρεῖ αὐτῇ ἐπιγνῶναι ὅτι οὐκ ἔξωθεν, ἀλλ’ ἔνδον ἔχει ἐναποκειμένην τήν νόσον… ».

Ἀπό τίς ἀνωτέρω περιγραφές φαίνεται ὅτι ἀναιτιολόγητη-παράλογη λύπη ἤ ἀθυμία ὁμοιάζει περισσότερο μέ τήν κλινική κατάθλιψη. Γι’ αὐτή τήν ἀναιτιολόγητη λύπη/ἀθυμία, καθώς καί γιά τήν ἀκηδία, μέ τήν εὐρεία ἔννοια τοῦ ὅρου, ἔχουμε τή δυνατότητα σήμερα νά μάθουμε πολλά ἀπό τό χῶρο τῆς ψυχιατρικῆς.

Αἴτια καί θεραπεία

Ὅπως εἴδαμε ὡς αἰτία τῆς ἐμπαθοῦς λύπης-ἀθυμίας καί τῆς ἀκηδίας ἄλλοτε προβάλλεται ἡ δαιμονική ἐνέργεια κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ καί ἄλλοτε θεωρεῖται ὑπεύθυνη μόνη ἡ ἀμέλεια τοῦ ἀνθρώπου. Γενικότερα, «οὐδέποτε γάρ ὑπό ἄλλου βλαβήσεται ἄνθρωπος, εἰ μή ἔνδοθεν ἔχει ἀποκειμένας τάς τῶν παθῶν αἰτίας». Σέ κάθε περίπτωση ὁ πειρασμός πυροδοτεῖ τά σπέρματα τῶν παθῶν πού κρύβουμε μέσα μας.

Τά φάρμακα θεραπείας, πού προτείνονται στά πατερικά κείμενα, εἶναι μεταξύ ἄλλων: τά δάκρυα, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἡ πνευματική μελέτη, ἡ ἐξαγόρευση τῶν λογισμῶν, ἡ ἐλπίδα πρός τόν Θεόν, ἡ συναναστροφή ἀνθρώπων εὐλαβῶν, ἡ πειθαρχία, ἡ ἐργασία, ἡ καταπολέμηση τοῦ ἐγωισμοῦ, ἡ ταπείνωση, ἡ μακροθυμία, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπ’ ὅσα βαρύνουν τόν μοναχό καί τόν σπρώχνουν πρός τά κάτω, ἡ ἄσκηση, ἡ ἐπιμονή, ἡ ὑπομονή, ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη, ἡ προσευχή, ἡ ὑπακοή, ἡ ἀποχή ἀργολογίας, οἱ ἀγαθοί λογισμοί, ἡ ἰατρική συμβουλή καί τά φάρμακα.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀπευθυνόμενος στήν Ὀλυμπιάδα, γράφει: Ποιεῖ μέν γάρ νόσον καί ἀθυμία… Διό παρακαλῶ σου τήν τιμιότητα καί ἰατροῖς διαφόροις καί ἐμπείροις καί φαρμάκοις χρῆσθαι τοῖς τά τοιαῦτα διορθοῦν δυναμένοις».

Στή συνέχεια ὁ λόγος γιά τήν κατάθλιψη. Θά ἐπιχειρήσω μιά γενική ἀναφορά στά δεδομένα τῆς κλινικῆς κατάθλιψης, ὅπως αὐτή κατανοεῖται στό χῶρο τῆς ψυχιατρικῆς καί τῆς κλινικῆς ψυχολογίας, χωρίς νά ὑπεισέλθω σέ λεπτές ποιοτικές διαφοροποιήσεις πού εἶναι ἔργο τῶν εἰδικῶν.

Κατάθλιψη

Τίς λέξεις κατάθλιψις, καταθλιπτικός δέν τίς συναντοῦμε στήν ἀρχαία ἑλληνική καί βυζαντινή γραμματεία. Ὁ ὅρος «κατάθλιψις» (καταπίεσις) ἀπαντᾶ γιά πρώτη φορά στό «Γλωσσάρια Ἐνρ. Στεφάνου» (Ἐν Παρισίοις 1573), ὁ δέ ὅρος «καταθλιπτικός» μαρτυρεῖται ἀπό τό 1815.

Συχνά ὁ ὅρος κατάθλιψη χρησιμοποιεῖται προκειμένου νά ἀποδώσει ὁποιαδήποτε ψυχοσυναισθηματική κατάσταση, πού ἐμπεριέχει τό αἴσθημα τοῦ ψυχολογικοῦ πόνου. Ἡ θλίψη, ἡ λύπη, ἡ κακοκεφιά, πού εἶναι κοινά συναισθήματα, πολλές φορές συγχέονται μέ τήν κλινική κατάθλιψη.

Ἡ κατάθλιψη μέ τήν κοινή σημασία τοῦ ὅρου παραπέμπει σέ κακή διάθεση, ὡς φυσιολογική ἀπάντηση σέ ἕνα ἐρέθισμα, πού ἔχει νά κάνει μέ μιά αἴσθηση ἀπώλειας, ὅπως ὁ θάνατος ἀγαπημένου προσώπου, διαζύγιο, ἀνεργία, πτώχευση, μή ἐπίτευξη στόχων κ.λπ. Ἡ κατάθλιψη μέ αὐτή τήν ἔννοια εἶναι μιά πανανθρώπινη ἐμπειρία. Ὡς τέτοια ἡ κατάθλιψη συνήθως εἶναι μικρῆς διάρκειας καί, ὅταν συμβεῖ κάτι εὐχάριστο, ἡ διάθεση ἐπανέρχεται. Οἱ φυσιολογικές αὐτές ἀντιδράσεις συνήθως δέν ἐπηρεάζουν τή γενική λειτουργικότητα τοῦ ἀτόμου καί εὔκολα μεταβάλλονται.

Ἡ ἱστορία τῆς κατάθλιψης συμβαδίζει μέ τήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ κατάσταση τῆς κατάθλιψης ἔχει περιγραφεῖ ἀπό τήν ἀρχαιότητα. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πολλά ἀπό τά περιστατικά, πού συναντοῦμε σέ διάφορα κείμενα, μέ τά σημερινά ἐπιστημονικά δεδομένα παραπέμπουν σέ σύνδρομα κατάθλιψης. Ὁ Ἱπποκράτης χρησιμοποίησε τούς ὅρους «μανίη» (μανία-παραφροσύνη) καί «μελαγχολία», γιά νά περιγράψει ψυχικές διαταραχές. Ὁ ὅρος μελαγχολία ἔχει ἀντικατασταθεῖ ἐν πολλοῖς ἀπό τόν ὅρο κατάθλιψη (ἤ στίς λατινογενεῖς γλῶσσες depression), ἀλλά ποτέ δέν ἐξαφανίστηκε ἀπό τήν ψυχιατρική ὁρολογία.

Ἡ κατάθλιψη ὡς ψυχιατρικό σύνδρομο συναισθηματικῆς διαταραχῆς εἰσήχθη ἐπίσημα τή δεκαετία τοῦ 1920 ἀπό τόν Ἑλβετό Ψυχίατρο Adolf Meyer. Στήν ψυχιατρική καί τήν ψυχολογία εἶναι κλινική ὀντότητα. Σύμφωνα μέ τά ἐπίσημα ψυχιατρικά ἐγχειρίδια, ἡ κατάθλιψη μέ τά διάφορα εἴδη καί τίς διαφοροποιήσεις τους (μείζων καταθλιπτική διαταραχή, ἐλάσσων καταθλιψη, δυσθυμική διαταραχή (δυσθυμία), διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη) κ.λπ.) ἀνήκει στίς συναισθηματικές διαταραχές ἤ διαταραχές τῆς διάθεσης.

Ἡ κατάθλιψη προκαλεῖ ἕνα συνδυασμό (μία δέσμη) συμπτωμάτων. Ἕνα ἀπό τά συμπτώματα εἶναι καί ἡ λύπη, ἡ κακή διάθεση. Δέν εἶναι, ὅμως, τό μοναδικό. Ἡ διαφορά τῆς κλινικῆς κατάθλιψης ἀπό τή λύπη εἶναι τό γεγονός ὅτι στήν κατάθλιψη τό καταθλιπτικό συναίσθημα ἔχει μεγάλη ἔνταση καί εἶναι μόνιμο. Ἐδῶ ἀποφασιστικό ρόλο παίζει ἡ ἔνταση τῶν συμπτωμάτων γενικότερα.

Γιά παράδειγμα, ἡ λύπη μετά τό θάνατο κάποιου ἀγαπημένου προσώπου ἤ ἡ θλίψη ἀπό μιά δοκιμασία εἶναι ὑγιής ἀντίδραση. Ὅταν, ὅμως, ἡ θλίψη, ἡ λύπη, τό πένθος ἀντί νά μειώνονται μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου γίνονται πιό ἔντονα καί διαρκοῦν, μέ ἐπιπτώσεις στή λειτουργικότητα τοῦ ἀτόμου (διατροφή, ὕπνο, στενές σχέσεις, ἐργασία, σπουδές κ.λπ.), τότε τό πιθανότερο ἔχουμε νά κάνουμε μέ κατάθλιψη. Ἄν δέν μπορῶ νά διαχειριστῶ αὐτή τήν κατάσταση εἶναι ἕνα κριτήριο πού θά πρέπει νά μέ κατευθύνει στόν εἰδικό.

Σύμφωνα μέ τά στοιχεῖα τοῦ ΠΟΥ (Παγκόσμιος Ὀργανισμός Ὑγείας), ἡ κατάθλιψη παγκοσμίως κατέχει σήμερα τήν 4η θέση ἀπό πλευρᾶς ἀπώλειας ζωῆς, ἀναπηρίας καί κοινωνικῆς δυσλειτουργίας, ἐνῶ τό 2020 θά καταλάβει τή 2η θέση παγκοσμίως καί στίς δυτικές κοινωνίες τήν 1η, ἀνεξαρτήτως φύλου καί ἡλικίας. Σύμφωνα μέ τά ὑπάρχοντα διεθνῆ στοιχεῖα, μία στίς πέντε γυναῖκες καί ἕνας στούς ὀκτώ ἄνδρες ἀναπτύσσουν κατάθλιψη κάποια στιγμή στή ζωή τους.

Τό γεγονός ὅτι ἡ κατάθλιψη πλήττει περισσότερο τίς γυναῖκες ἔχει ἀποδοθεῖ στίς ἐνδοκρινολογικές ἀλλαγές, πού δημιουργοῦν κάποια μεγαλύτερη εὐαλωτότητα στίς γυναῖκες, στούς διαφορετικούς στρεσογόνους παράγοντες στούς ὁποίους ἐκτίθενται οἱ γυναῖκες σέ σχέση μέ τούς ἄνδρες (ἡ γυναίκα ὀφείλει νά ἀνταποκριθεῖ σέ πολλούς καί διαφορετικούς ρόλους, πράγμα πού ὑπερφορτώνει τή γυναίκα καί τήν ἐξαναγκάζει σέ μιά συνεχή ἑτοιμότητα), λόγοι πολιτισμικοί (μειονεκτική θέση σέ σχέση μέ τούς ἄνδρες), κοινωνικοί κ.ἄ. Ἀκόμα οἱ γυναῖκες πιθανόν νά παραδέχονται πιό εὔκολα ἀπό τούς ἄνδρες τά καταθλιπτικά τους συμπτώματα στίς σχετικές ἔρευνες.

Τά αἴτια πού προκαλοῦν τήν κατάθλιψη εἶναι δύσκολο νά ἀναγνωριστοῦν στό σύνολό τους. Ὡστόσο, οἱ εἰδικοί ἔχουν καταλήξει ὅτι ἡ κατάθλιψη εἶναι προϊόν τῆς ἐπιρροῆς καί ἀλληλεπίδρασης βιολογικῶν, γενετικῶν καί ψυχοκοινωνικῶν παραγόντων. Ἀναλυτικότερα, τό σεροτονινεργικό κύκλωμα τοῦ ἐγκεφάλου πού ἔχει κληρονομήσει ὁ καταθλιπτικός μπορεῖ νά εἶναι μέτριας ἤ κακῆς ποιότητας∙ ἡ πιθανή καταπόνηση τοῦ ἐγκεφάλου ἀπό πολλούς στρεσογόνους παράγοντες πού δροῦν ἁθροιστικά (πρώιμοι στρεσογόνοι παράγοντες τοῦ πατρικοῦ ἤ μητρικοῦ ἀποχωρισμοῦ κατά τήν παιδική ἡλικία ἤ τήν ἐφηβεία, ἡ παραμέληση ἤ κακοποίηση, ὁ θάνατος ἀγαπημένου προσώπου, τά σοβαρά οἰκογενειακά προβλήματα, τό διαζύγιο, οἰκονομικά προβλήματα, μετανάστευση κ.λπ.). Ἔρευνες ἔχουν δείξει ὅτι ἄτομα πού ὡς παιδιά ἔζησαν κάποιο γεγονός σημαντικῆς ἀπώλειας (θάνατος γονιοῦ, διαζύγιο γονιῶν, κακοποίηση κ.λπ.) ἔχουν περισσότερες πιθανότητες νά πάθουν κατάθλιψη ὡς ἐνήλικοι. Ἐπίσης τά χαρακτηριστικά τῆς προσωπικότητας, πού προκαλοῦν ὑπερβολική ἐνεργοποίηση τοῦ προαναφερθέντος κυκλώματος τοῦ ἐγκεφάλου (εὐαισθησία στήν ἀπώλεια καί τήν ἀπόρριψη, ἔλλειψη αὐτοσεβασμοῦ, δυσκολία στήν ἀναγνώριση καί ἔκφραση συναισθημάτων, δυσκολία στή διαχείριση τοῦ θυμοῦ καί τῆς ἐπιθετικότητας κ.λπ.), προδιαθέτουν σέ κατάθλιψη.

Μέ δοδομένο ὅτι ὁ σχηματισμός τοῦ ἐγκεφάλου εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένος μέ τό περιβάλλον καί τήν ἱστορία τῆς ζωῆς ἑνός ἀτόμου, ἡ ψυχοθεραπεία, στήν περίπτωση τῆς κατάθλιψης, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἀποσκοπεῖ στό νά βοηθήσει τό ἄτομο νά κάνει ἀλλαγές στόν τρόπο πού ἀντιδρᾶ στίς πιεστικές καταστάσεις, καθώς καί στό νά κατανοήσει καί ἑρμηνεύσει διαφορετικά τή βιογραφία του.

Ἄν καί κάθε καταθλιπτικός ἀποτελεῖ καί μιά εἰδική περίπτωση-κάθε ἕνας ἔχει καί τήν κατάθλιψή του- γιά τίς ἀνάγκες τῆς διαφοροδιάγνωσης καί τῆς θεραπείας ἔχει γίνει ἀπό τούς εἰδικούς μιά κωδικοποίηση τῶν βασικῶν συμπτωμάτων τῆς κατάθλιψης. Τά συμπτώματα αὐτά σέ γενικές γραμμές μποροῦμε νά τά διακρίνουμε σέ:

Ψυχολογικά: (καταθλιπτική διάθεση, πού εἶναι κυρίαρχη καί διαφοροποεῖται ἀπό τό αἴσθημα τῆς λύπης ἤ τῆς στενοχώριας, ἰδέες ἀποθάρρυνσης, νωθρότητα, χαμηλή αὐτοεκτίμηση, αἴσθημα ἀναξιότητας, ὑπερβολική ἐνοχή, ἔμφαση στήν ἀρνητική ἐκδοχή τῶν πραγμάτων γιά τόν ἑαυτό καί τόν κόσμο, ἀπώλεια ἐνδιαφέροντος καί τῆς ἱκανότητας γιά ἄντληση εὐχαρίστησης (ἀνηδονία), ἄγχος, δυσκολία στή συγκέντρωση, τή μνήμη ἤ τή λήψη ἀποφάσεων, ἀπογοήτευση, ἀπελπισία, σκέψεις θανάτου, αὐτοκτονία.
Σωματικά: Πολλοί ἀσθενεῖς ἐμφανίζουν διαταραχές ὕπνου, προβλήματα στό φαγητό (ἀνορεξία ἤ αὐξημένη ὄρεξη), σημαντική κόπωση, ἀδυναμία, καταβολή δυνάμεων κυρίως τό πρωί, μείωση τῆς libido κ.ἄ.

Ἐπιπτώσεις στή λειτουργικότητα τοῦ ἀτόμου: Οἱ ἀσθενεῖς παραπονοῦνται γιά μειωμένη ἐνεργητικότητα, ἀδυναμία ἐκπλήρωσης τῶν ὑποχρεώσεών τους, ἀναποφασιστικότητα, κοινωνική ἀπόσυρση, διατάραξη τῶν σημαντικῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων κ. ἄ.

Ἄν συγκεντρώναμε σέ δύο στῆλες τά συμπτώματα τῆς ἀναιτιολόγητης (παράλογης) λύπης, τῆς τυραννικῆς καί βίαιης ἀθυμίας ἤ τῆς ἀκηδίας (μέ τή διευρυμένη ἔννοια τοῦ ὅρου – ἡ ἀκηδία πού ξεφεύγει ἀπό τήν ἀμέλεια περί τά πνευματικά καί ἐκδηλώνεται μέ γενικότερη συμπτωματολογία) ἀπό τή μιά καί τῆς κλινικῆς κατάθλιψης ἀπό τήν ἄλλη, θά βλέπαμε ὅτι πολλά ἀπό τά συμπτώματα εἶναι κοινά. Μεταξύ αὐτῶν: ἡ ἀνηδονία, τά αἰσθήματα ἐνοχῆς, τό γενικευμένο ἄγχος καί ἡ ἀγωνία, εἴτε ἔκτακτη (μέ μορφή ἐπεισοδίων) εἴτε συνεχής, ἡ ὀξυθυμία, ἡ ἀνησυχία, ἡ συγκεχυμένη σκέψη, ὁ παραλογισμός, ἡ εἰκόνα τοῦ μανιακοῦ ἤ μεθυσμένου, ἡ ἀκαταστασία, ἡ ἀπόγνωση, ἡ ἀπελπισία, οἱ αὐτοκτονικοί ἰδεασμοί, ἡ αὐτοκτονία, οἱ διαταραχές ὕπνου, διαταραχές φαγητοῦ, ἡ κόπωση, ἡ μειωμένη ἐνεργητικότητα, ἡ ἀπόσυρση, ἡ διατάραξη τῶν σχέσεων κ. ἄ. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πολλά ἀπό τά περιστατικά, πού οἱ Πατέρες ἔχουν ὑπ’ ὄψη τους, θά ἔπασχαν ἀπό κάποιο σύνδρομο κατάθλιψης ἤ καί διπολικῆς διαταραχῆς, καί ὁπωσδήποτε οἱ περιπτώσεις τῆς Ὀλυμπιάδας καί τοῦ Σταγείριου, οἱ ὁποῖες ἀπασχόλησαν τόν ἱερό Χρυσόστομο καί χωρίς ἀμφιβολία συνέβαλαν στήν ἐκ μέρους του ἐκτίμηση τῆς ἀθυμίας ὡς τοῦ χαλεπώτερου πάθους.

Ὅπως εἶναι φυσικό, οἱ συγγραφεῖς τῶν ἀσκητικῶν κειμένων δέ διαθέτουν τίς σύγχρονες γνώσεις τῆς ψυχιατρικῆς καί τῆς ψυχολογίας, προκειμένου νά διακρίνουν τήν κλινική κατάθλιψη ἀπό τά πάθη τῆς λύπης-ἀθυμίας ἤ τῆς ἀκηδίας. Ὅλα τίθενται κάτω ἀπό τό χαρακτηρισμό πάθη, ὅπως παλαιότερα στό χῶρο τῆς ψυχιατρικῆς ὅλες οἱ ψυχικές ἀσθένειες ἐτίθεντο κάτω ἀπό τό χαρακτηρισμό μελαγχολία. Ἀλλά ἡ ἀθυμία καί ἡ λύπη, πού εὐθύνονται γιά τίς αὐτοκαταστροφικές συμπεριφορές, ὅπως εἴδαμε στό κείμενο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, προφανῶς δέν εἶναι τό πάθος τῆς ἀθυμίας ἤ τῆς λύπης. Ἐδῶ μέ τά σημερινά δεδομένα πρόκειται γιά κλινική κατάθλιψη. Πρόκειται δηλαδή γιά ψυχική διαταραχή. Κανείς ψυχικά ὑγιής, ὅσο λυπημένος καί ἄν εἶναι, δέν ἐπιδιώκει νά βάλει τέλος στή ζωή του μέ κάθε τρόπο.

Ἡ ἀδυναμία ἑρμηνείας, λόγῳ ἔλλειψης τῆς σύγχρονης μεθοδολογίας, ὁδηγεῖ τούς συγγραφεῖς στό νά ἀποδίδουν τήν αἰτία αὐτῶν τῶν καταστάσεων ἄλλοτε στό διάβολο (ἡ περίπτωση τῶν «δαιμονώντων» κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο), ἄλλοτε στήν ἀνθρώπινη ἀμέλεια ἤ καί σέ κάποιο κρυφό ἐσωτερικό ἄγχος ἤ βίωμα ἀποκαρδίωσης καί ἀπελπισίας (Ἀββάς Κασσιανός).

Στήν περίπτωση τῆς μή κατά Θεόν λύπης καί τῆς ἀκηδίας (μέ τή στενή ἔννοια τοῦ ὅρου), ἔχουμε νά κάνουμε μέ πάθη (μέ ἐφάμαρτες δηλαδή καταστάσεις), ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ὁποίων θά πρέπει νά γίνεται μέ τά πνευματικά φάρμακα πού προβλέπει ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση. Προφανῶς, ὅταν κατά καιρούς λυπούμαστε ἤ ἀκηδιάζουμε δέν πάσχουμε ἀπό κατάθλιψη! Τά ἀναφερόμενα πάθη (ὅπως συμβαίνει μέ ὅλα τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες) προκύπτουν ἀπό τήν κακή χρήση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, τῆς προαίρεσης τοῦ ἀνθρώπου (τοῦ αὐτεξουσίου). Συνεπῶς, ἡ ἀντιμετώπισή τους ἐπαφίεται στόν πνευματικό ἀγώνα τοῦ πιστοῦ στά πλαίσια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀσκητικῆς καί τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης.

Στή δεύτερη περίπτωση, ἐκείνη τῆς ἀναιτιολόγητης λύπης-ἀθυμίας καί τῆς ἀκηδίας μέ τή διευρυμένη ἔννοια, ἐπιβάλλεται ἡ παραπομπή στόν εἰδικό, διότι εἶναι πιθανόν νά πρόκειται γιά κλινική κατάθλιψη, κατάσταση στήν ὁποία ἐμπλέκονται λόγοι ὀργανικοί, γενετικοί, ψυχολογικοί, κοινωνικοί κ.λπ. Οἱ προαναφερθέντες λόγοι συμβάλλουν στό νά πάσχει ἡ φυσική δύναμη (ἡ φυσική ἐνέργεια, τό ἀνθρώπινο «ἰδίωμα») τῆς διάθεσης, τοῦ συναισθήματος, πράγμα πού ἀπομειώνει καί ἐνίοτε -ἀνάλογα μέ τη βαρύτητα τῆς ἀσθένειας- ἀκυρώνει τή λειτουργικότητα τῆς προαίρεσης. Ἄλλο πράγμα ἡ φυσική δύναμη στόν ἄνθρωπο καί ἄλλο πράγμα ἡ προαίρεση. Ἄλλο τό φυσικό θέλημα καί ἄλλο τό γνωμικό. Ἄλλης τάξεως ζήτημα ἡ ἐπιλογή ἀνάμεσα στήν κατά Θεόν καί τήν ἐμπαθή λύπη καί ἄλλο ἡ διαταραχή τῆς φυσικῆς δύναμης τοῦ συναισθήματος. Στήν περίπτωση μή διάκρισης τῶν παθῶν ἀπό τήν ψυχική ἀσθένεια, γίνεται σύγχυση φυσικῆς δύναμης καί προαίρεσης καί αὐτό ἀποτελεῖ τήν ἀφετηρία τοῦ προβλήματος.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος γράφει στήν Ὀλυμπιάδα πώς ἄν θέλει εἶναι δυνατόν νά ξεπεράσει τήν ἀθυμία καί νά γεμίσει τήν ψυχή της μέ εὐφροσύνη, ἐπειδή «οὐ γάρ ἐν τοῖς ἀκινήτοις τῆς φύσεως νόμοις, οὕς ἀναμοχλεῦσαι ἡμῖν ἀδύνατον καί μεταθεῖναι, ἀλλ’ ἐν ἐλευθέροις τῆς προαιρέσεως λογισμοῖς, οὕς μεταχειρίζειν ἡμῖν ῥάδιον, τά τῆς εὐθυμίας ἀπόκειται… Οὐ γάρ ἐν τῇ φύσει τῶν πραγμάτων οὕτως, ὡς ἐν τῇ γνώμῃ τῶν ἀνθρώπων τά τῆς εὐθυμίας ἵστασθαι πέφυκεν».

Ὅμως, ὁ καταθλιπτικός σέ κάποιο βαθμό, πού προσδιορίζεται ἀπό τή βαρύτητα τῆς ψυχικῆς νόσου, δέ δύναται νά θέλει, δέ δύναται νά νιώσει εὐχαρίστηση (ἀνηδονία). Ἡ κατάθλιψη ἀποδυναμώνει τή βούληση καί τήν ἐπιθυμία, περιορίζοντας τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου. Γι’ αὐτό δέ θεραπεύεται μόνο μέ προτροπές καί συμβουλές. Αὐτή τήν ἀδυναμία τοῦ θέλειν, τοῦ ἐπιθυμεῖν, τοῦ αἰσθάνεσθαι εὐχαρίστηση-ἱκανοποίηση, τοῦ ἐνεργεῖν κ.λπ. ἔρχεται νά ἀντιμετωπίσει ἡ ψυχιατρική.

Ὁ Μέγας Βασίλειος σημειώνει: «τό ἐκ προαιρέσεως κατορθούμενον καί φυσικῶς ἡμῖν ἐνυπάρχει, τοῖς γε μή ἐκ πονηρίας τούς λογισμούς διαστραφεῖσιν». Αὐτά σέ πνευματικό ἐπίπεδο. Ὑπάρχει καί ἡ περίπτωση, ὅπου οἱ λογισμοί (ἡ σκέψη), τό συναίσθημα καί ἡ συμπεριφορά ἀσθενοῦν ὄχι ἀπό τά πάθη ἀλλά ἀπό τήν ψυχική νόσο, τήν κλινική κατάθλιψη ἐν προκειμένῳ. Ἡ κατάσταση αὐτή ἐμπίπτει στήν ἁρμοδιότητα τῆς ψυχιατρικῆς.

Ἡ λύπη καί ἀθυμία τοῦ καταθλιπτικοῦ, ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι μιά πρωτογενής διαταραχή τοῦ συναισθήματος, πού διαφέρει σαφῶς ἀπό τήν ἀκηδία ἤ τή λύπη ἐκείνου πού δοκιμάζεται ἤ ματαιώνεται, δέν μπορεῖ νά ἀντιμετωπιστεῖ ἀπό τήν ποιμαντική εἰ μή μόνον ἀπό τούς εἰδικούς, πού θά διαγνώσουν τό πρόβλημα καί θά προτείνουν τήν κατάλληλη θεραπεία.

Στήν περίπτωση τοῦ καταθλιπτικοῦ, τά πνευματικά φάρμακα γιά τόν πιστό εἶναι πολύ σημαντικά ἀλλά ὄχι ἀπό μόνα τους ἀποτελεσματικά. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ θρησκευτικότητα παράγει πολυάριθμα ὀφέλη ψυχικῆς ὑγείας. Ἀνάμεσά τους, ἡ ταχύτερη ἀνάνηψη ἀπό τήν κατάθλιψη, χαμηλότερο κίνδυνο αὐτοκτονίας, κατάχρησης οὐσιῶν καί γενικῆς παθοφυσιολογίας. Συνδέεται ἐπίσης μέ προληπτικές καί θεραπευτικές ἐπιδράσεις στήν ψυχική ὑγεία. Ἡ συναισθηματική κοινωνική ὑποστήριξη μεταξύ τῶν θρησκευομένων ἀναφέρεται ὡς μηχανισμός-κλειδί. Ἡ θρησκευτικότητα παρέχει ἐπίσης αὐτό πού ὀνομάστηκε «αἴσθηση συνοχῆς» (sense of coherence).

Ὅμως, παράλληλα μέ αὐτά εἶναι καταστροφική καί ἄκρως ἀντιεκκλησιατική ἐνέργεια στήν ἐποχή μας νά μήν ἀξιοποιοῦμε τίς δυνατότητες τῆς ἰατρικῆς. Ἔχει νόημα νά μνημονευθεῖ ἐδῶ ἐκ νέου ἡ προτροπή τοῦ ἱεροῦ Χρυσοτόμου πρός τήν Ὀλυμπιάδα γιά προσφυγή σέ ἔμπειρους γιατρούς καί χρήση φαρμάκων, πού μποροῦν νά θεραπεύσουν τά συμπτώματα τῆς ἀθυμίας.

Ἡ κατάθλιψη, ἐπειδή ἀκριβῶς ἐπηρεάζει τίς ψυχικές λειτουργίες (σκέψη, συναίσθημα, προαίρεση κ.λπ.) καί τή συμπεριφορά, συχνά συμπαρασύρει καί διαστρεβλώνει καί τήν ὅποια πνευματική ἰκμάδα τοῦ πιστοῦ, πράγμα πού σημειώνεται στά ἀσκητικά κείμενα γιά τήν περίπτωση τῆς ἀκηδίας, μέ τήν εὐρεία ἔννοια, καί τῆς ἀναιτιολόγητης λύπης-ἀθυμίας. Συνεπῶς, ἔχει νόημα ἡ ἔγκαιρη ἀντιμετώπισή της μέ τά μέσα τῆς ψυχιατρικῆς, καί γιά τό λόγο ὅτι αὐτό θά συμβάλει καί στήν ἀνάκτηση τῆς βούλησης καί τῆς ἐπιθυμίας γιά τή ζωή καί κατ’ ἐπέκταση καί γιά τήν πνευματική ζωή.

Νομίζω ἀρχίζει νά γίνεται κατανοητό γιατί ἡ ἀπόλυτη ταύτιση τῆς κλινικῆς κατάθλιψης μέ τά πάθη τῆς ἀκηδίας καί τῆς λύπης-ἀθυμίας εἶναι ἀντιεπιστημονική καί ἐπικίνδυνη. Προκαλεῖ ἀπογοήτευση στούς ἀσθενεῖς, ἀπό ἕνα χῶρο πού ἀναμένουν κατανόηση καί ἐνσυναίσθηση, καί ἐπιπλέον αὐξάνει τίς ἐνοχές γιά κάτι τό ὁποῖο ξεφεύγει ἀπό τή θέλησή τους. Συγχρόνως, στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς σύγχυσης καί τῆς ποιμαντικῆς, πού προσδιορίζεται ἀπ’ αὐτή, οἱ ἄνθρωποι ὠθοῦνται νά βιώνουν τήν κλινική κατάθλιψη ὡς πάθος (ἁμαρτία), πράγμα πού αὐξάνει τίς ἐσωτερικές συγκρούσεις, τίς ἐνοχές καί τά αἰσθήματα ἀναξιότητας τοῦ καταθλιπτικοῦ. Μιά ἡλικιωμένη κυρία μοῦ ἔλεγε ὅτι δέ μετέχει συχνά στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἐπειδή παίρνει τό ἀντικαταθλιπτικό φάρμακο πού τῆς συνέστησε ὁ γιατρός: («Ξέρεις τί φάρμακα παίρνω ἐγώ! »). Κάποια ἄλλη ζήτησε ἀπό τό γιατρό της νά σταματήσει τήν ἀντικαταθλιπτική της ἀγωγή, ἐπειδή ἐπρόκειτο νά βαπτίσει ἕνα παιδάκι!

Θά σκεφτόταν κανείς ποτέ νά διακόψει τήν ίνσουλίνη, τά φάρμακα τῆς πίεσης ἤ ἄλλων χρόνιων παθήσεων; Γιά ποιό λόγο θά πρέπει νά νιώθει ἐνοχή γιά τά φάρμακα τῶν ψυχικῶν διαταραχῶν;

Σαφῶς, τό πάθος τῆς ἀκηδίας καί ἡ ἐμπαθής λύπη μπορεῖ νά ὀφείλονται στή φιλαυτία καί ἡ θεραπεία τους νά εἶναι ἡ ταπείνωση. Δέν ἰσχύει, ὅμως, τό ἴδιο γιά τήν κλινική κατάθλιψη, ὅπως δέν ἰσχύει καί γιά τίς ἀσθένειες γενικότερα.

Συγχρόνως, ἡ κατανόηση τῆς κατάθλιψης μέ ὅρους πνευματικούς καί ἀσκητικούς συμβάλλει στήν παραμέληση καί τή χρονιότητά της, ἐφ’ ὅσον ἡ τελευταία δέν κατανοεῖται ὡς ψυχική ἀσθένεια πού χρήζει θεραπείας. Ἡ κλινική κατάθλιψη ἀποτελεῖ ἰάσιμη νόσο, ἐντούτοις ἐάν δέν ἀνιχνευτεῖ καί ἄν δέν ἀντιμετωπιστεῖ ἔγκαιρα, ἐπηρεάζει σημαντικά τό ἄτομο σέ βιοψυχοκοινωνικό ἐπίπεδο.

Ὁ Stephen Muse, ὀρθόδοξος ἱερωμένος καί ἔμπειρος κλινικός, θεωρῶ ὅτι έκφράζει τό ὀρθόδοξο πνεῦμα στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ: «Παρ’ ὅλο πού δέχομαι τόν λόγο τοῦ Γέροντα Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅτι «ὅποιος νομίζει ὅτι μπορεῖ να φθάσει στό σημεῖο νά γνωρίσει τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ διά τῆς ἐπιστήμης, μοιάζει μέ τόν τρελό πού θέλει να δεῖ τόν Παράδεισο μέ τό τηλεσκόπιο», ἰσχύει ἐξ ἴσου ὅτι ἡ ἐπιστήμη δέν θά πρέπει νά παραγνωρίζεται, ἐπειδή ἔχει πολλά νά προσφέρει ἀπό τό δικό της πεδίο στόν κτιστό κόσμο. Ὁποιοσδήποτε νομίζει ὅτι θά πρέπει νά ἀντιμετωπίζει τίς ἀσθένειες καί τίς ψυχολογικές παθήσεις μόνο διά τῆς προσευχῆς, ἀγνοώντας ὅλα ὅσα ἡ ἐπιστήμη μαθαίνει νά διαγιγνώσκει διά τῶν μικροσκοπίων, τῶν μαγνητικῶν τομογραφιῶν, τῆς γενετικῆς ἔρευνας καί τοῦ κοπιώδους διεπιστημονικοῦ διαλόγου, καλύτερα νά ψάξει νά βρεῖ ἄν βρίσκεται ἐντός τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!».

Θά ὁλοκληρώσω αὐτή τή μελέτη μέ κάποιες ἐπιπλέον ἐπισημάνσεις, οἱ ὁποῖες, κατά τήν ἄποψή μου, βοηθοῦν στή διάκριση ἀλλά καί τήν ἀνάγκη διαφορετικῆς ἀντιμετώπισης τῶν παθῶν τῆς ἀκηδίας, λύπης-ἀθυμίας ἀπό τή μιά καί τῆς κλινικῆς κατάθλιψης ἀπό τήν ἄλλη.

Ὁ Ἀρχιμ. Σπυρίδων, σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τήν ἐπιστημονική ἀλήθεια ἀλλά καί τήν πραγματικότητα, σημειώνει: «καί ὁπωσδήποτε κατάθλιψη παθαίνουν ὅσοι δέν ἔχουν πίστι καί ἐλπίδα στόν Θεό… Καί ὅποιος ὁμοιάζει μέ τόν Θεόν δέν παθαίνει κατάθλιψι. Διότι ποτέ ὁ Θεός δέν ἔπαθε οὔτε θά πάθη κατάθλιψι»! Ἡ ἀντίληψη αὐτή δέ διαφέρει σέ τίποτε ἀπό τή θέση: Ὁ πιστός δέν ἀρρωσταίνει! Θά μποροῦσα νά ὑποδείξω στόν π. Σπυρίδωνα πλειάδα πνευματικῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας (γερόντων, πνευματικῶν, ἱερέων, μοναχῶν, χριστιανῶν), οἱ ὁποῖοι κάποια στιγμή στή ζωή τους ἔπαθαν κατάθλιψη ἤ κάποιο ἄλλο ψυχικό νόσημα καί ζήτησαν τή συνδρομή τοῦ ψυχιάτρου.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅπως εἴδαμε, εἶχε ἀνθρώπους, τό φίλο του Σταγείριο καί τή συνεργάτιδά του Ὀλυμπιάδα, οἱ ὁποῖοι, ἄν καί ἐνάρετοι, ἔπασχαν ἀπό ἀθυμία (ἀπό τίς περιγραφές τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου μᾶλλον ἐπρόκειτο γιά κατάθλιψη). Ὁ πιστός ἀρρωσταίνει, ἐπειδή ὡς μεταπτωτικός ἄνθρωπος ὑπόκειται στό νόμο τῆς φθορᾶς, πράγμα πού σέ βιολογικό ἐπίπεδο ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τή σύγχρονη γενετική, σύμφωνα μέ τήν ὁποία στόν καθένα ἕνα μέρος τῆς ποικιλομορφίας τοῦ γονιδιώματος εἶναι παθολογικό.

Οἱ θεραπευτές τῆς κλινικῆς κατάθλιψης δέν εἶναι «οἱ πραγματικοί πνευματικοί πατέρες», ὅπως ἔχει γραφεῖ. Eἶναι οἱ εἰδικοί γιατροί, οἱ ὁποῖοι βοηθοῦν τόν καταθλιπτικό, μέ τά μέσα πού ἐνδείκνυνται γιά τήν περίπτωσή του (ἀντικαταθλιπτικά φάρμακα, ψυχοθεραπεία ἐνδεδειγμένου τύπου ἤ καί τά δύο), νά κατανοήσει τό πρόβλημά του καί νά μάθει τρόπους νά τό παλεύει. Ἐπιπλέον, εἶναι ἐπικίνδυνη καί ἐσφαλμένη ἡ τοποθέτηση, ὅτι δηλαδή «ἡ Ὀρθοδοξία μας μέ τά θεραπευτικά αὐτά μέσα στά ὁποῖα ἔχει καταλήξει καί τά ὁποῖα χρησιμοποιεῖ, ἔχει ἰδῆ πλῆθος θεραπειῶν καταθλιπτικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μόνοι τους τελικά σταματοῦν τήν φαρμακοθεραπεία καί ἀποκαθίστανται πλήρως». Δυστυχῶς, ἔχω δεῖ τίς τραγικές συνέπειες αὐτῆς τῆς τακτικῆς∙ ἀνθρώπους νά βάζουν τέρμα στή ζωή τους, ἐπειδή πείστηκαν ἀπό ἀδιάκριτους πνευματικούς νά σταματήσουν τή φαρμακευτική τους ἀγωγή πού εἶχε συστήσει ὁ ψυχίατρος. Δέ γνωρίζω ἄν οἱ συναυτουργοί αὐτοῦ τοῦ δράματος ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι συνέβαλαν σέ ἀνθρωποκτονία!

Πράγματι, «τά διάφορα ψυχοφάρμακα δέν ἠρεμοῦν πραγματικά τήν ἐγωπαθή ἀνθρώπινη ψυχή οὔτε τή θεραπεύουν», διότι δέ στοχεύουν σέ αὐτό. Τό τελευταῖο ἐπιτυγχάνεται στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τά πνευματικά μέσα πού προτείνει ἡ ἀσκητική της παράδοση.

Οἱ εὐχές τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί ἡ προσευχή γενικότερα, εἶναι πολύ σημαντικό πράγμα, ἀλλά ἀπαιτεῖται γνώση καί διάκριση. Τό λέω αὐτό, ἐπειδή ἔχουν κυκλοφορήσει «εὐχές γιά τήν κατάθλιψη» καί τά ψυχολογικά, ὅπου ἡ ψυχική νόσος ἀποδίδεται στίς πολλές ἁμαρτίες τοῦ καταθλιπτικοῦ! Σέ μιά ἀπ’ αὐτές διαβάζουμε: «Οἱ πολλές μου ἁμαρτίες προξένησαν τόν ψυχικόν πνιγμόν… Ἀπέλασον ἀπ’ ἐμοῦ τό πονηρόν πνεῦμα τό ἐμποιοῦν ἐν ἐμοί τοῦτον τόν ἀφόρητον πνιγμόν τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος …».

Ἕνα ἀπό τά λάθη πού συνήθως γίνονται εἶναι ἡ προσπάθεια ἐνθάρρυνσης τοῦ καταθλιπτικοῦ, ἑστιάζοντας στή θετική πλευρά. Σχόλια τοῦ τύπου «δέν ὑπάρχει λόγος νά εἶσαι θλιμμένος», «ἔχεις τόσα χαρίσματα», «ὁ Θεός θά σέ βοηθήσει», «εἶσαι ἀχάριστος στό Θεό» κ.λπ. πιθανόν νά ἔχουν τό ἀντίθετο ἀποτέλεσμα, ἐπειδή βιώνονται ἀπό τούς καταθλιπτικούς ὡς ἔλλειψη ἐνσυναίσθησης καί κατανόησης, κάτι πού ἐντείνει τή μοναξιά καί τή θλίψη τους.

Ὅταν τονίζεις στόν καταθλιπτικό τά θετικά του καί τά θετικά τῆς ζωῆς, ἀπό μιά ἄποψη ἐπιβαρύνεις τήν κατάστασή του. Ἐπειδή λόγῳ τῆς κατάθλιψης δέν μπορεῖ νά ἀξιοποιήσει τά χαρίσματά του, δέν μπορεῖ νά αἰσθανθεῖ χαρά, εὐχαρίστηση, εἶναι σάν νά τοῦ ὑπογραμμίζεις τήν ἀναπηρία του. Ὁ Μέγας Βασίλειος προτρέπει νά κάνουμε τόν ἑαυτό μας συμμέτοχο τῶν συμφορῶν τῶν πονεμένων, χωρίς νά τίς ἐκμηδενίζουμε καί χωρίς νά περιφρονοῦμε τόν πόνο τους.

Ἡ ἀντίληψη ὅτι μέ τό ἐνδιαφέρον καί τήν ἀγάπη εἶναι δυνατόν νά θεραπεύσω τόν καταθλιπτικό εἶναι ἐπίσης μιά παγίδα. Στήν περίπτωση τῆς ἀσθένειας γενικότερα -τό αὐτό ἰσχύει καί γιά τήν κλινική κατάθλιψη- δέν ἀρκεῖ μόνη ἡ ἀγάπη. Στήν προκειμένη περίπτωση, ἡ ἀγάπη θά πρέπει νά ἐκδηλωθεῖ καί μέ τίς κατάλληλες ἐνέργειες, προκειμένου ὁ ἀσθενής – ὁ καταθλιπτικός- νά κατευθυνθεῖ ἔγκαιρα στόν εἰδικό. Συνήθως, ἡ θεραπεία τῆς κατάθλιψης ἀπαιτεῖ τό ἐνδιαφέρον νά στραφεῖ πρός ὅλα τά ἐπίπεδα: τό βιολογικό, τό ψυχολογικό, τό οἰκογενειακό, τό κοινωνικό καί τό πνευματικό.

Τό νά παλεύει κανείς μέ τήν κατάθλιψη εἶναι ἕνας σταυρός, ὅπως σταυρός εἶναι γιά κάποιον ἄλλον ἡ πάλη μέ μιά χρόνια σωματική νόσο. Εἶναι σκληρό καί ἄδικο αὐτός ὁ σταυρός νά βαρύνεται ἔτι περισσότερο ἀπό τίς ἐσφαλμένες καί ἀδιάκριτες στάσεις καί παρεμβάσεις ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας.

Κουφογιάννη Πανωραία: Ἀναπλ. Καθηγήτρια Θεολογικῆς Σχολῆς Ε.Κ.Π.Α