Και αμέσως ηκολούθησε φοβερός και μυστηριώδης σεισμός λόγω του θανάτου του Ιησού Χριστού, με συνέπειες ασυνήθεις, όπως «ιδού το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω», πράγμα ασύνηθες και αδύνατον υπό συνθήκας κανονικού, φυσιολογικού σεισμού, ανεξαρτήτως εντάσεως. Ούτε το σκότος ούτε ο σεισμός ήσαν φυσιολογικά φαινόμενα. Το καταπέτασμα του Ναού ήτο εκείνο το οποίον εχώριζε τα Άγια των Αγίων, τα οποία ήσαν άβατα, από τα Άγια, τ.έ. τον υπόλοιπον, τον κυρίως, Ναόν (’Εξοδ. 26,31 εξ. Λευίτ. 16,2, 12.

Το σχίσιμο του καταπετάσματος ήτο σημείον καταργήσεως της τυπικής απολυτρώσεως της Παλαιάς Διαθήκης και αντικαταστάσεώς της υπό της πραγματικής και ουσιαστικής απολυτρώσεως της Καινής Διαθήκης δια του θανάτου του Χριστού, ο οποίος έσχισε το καταπέτασμα του Ναού των Ιεροσολύμων και εισήλθεν ο ίδιος εις τα Άγια των Αγίων του Θρόνου του Θεού, προσφέρων το ίδιον αίμα επί του Σταυρού εις τον Θεόν Πατέρα δια την σωτηρίαν ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους (πρβλ. Εβρ. 6,19. 9,6. 10,19. 9,11-12. 10,11-23 κ.λπ.).

Το γεγονός ότι «η γη εσείσθη και αι πέτραι εσχίσθησαν» (στ. 51) αποτελεί φυσικό φαινόμενο ενός συνήθους σεισμού. Εκείνα όμως, τα οποία αποτελούν ασυνήθη και έκτακτα φαινόμενα, συνεπεία ενός σεισμού, είναι τα γεγονότα ότι «τα μνημεία ανεώχθησαν και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη» (στ. 52). Εφ΄ όσον «αι πέτραι εσχίσθησαν», με αποτέλεσμα να διαταραχθούν τα στέρεα θεμέλια της Αγίας Πόλεως, ανεώχθησαν ως ήτο επόμενον, και τα μνημεία των νεκρών. Οι τάφοι των νεκρών, στην περιοχή αυτή της Μέσης Ανατολής, ήσαν λαξευμένοι επί βράχων, τα δε σώματα των νεκρών ετοποθετούντο απλώς εντός αυτών εσπαργανωμένα και τετυλιγμένα με διάφορες αρωματικές ουσίες, άνευ χώματος, η δε θύρα της εισόδου απετελείτο από σκαλιστόν λίθον στερεωμένον άνωθεν και κάτωθεν από την ίδιαν πλευράν, και έναν άλλον ογκόλιθον εφαπτόμενον αυτής δια να μην ανοίγη ευκόλως (πρβλ. Ματθ. 28,2 παράλ.). Μ’ έναν δυνατόν σεισμόν, βεβαίως, αι θύραι των τάφων ηνοίγοντο ευκόλως.

Εφ΄ όσον, λοιπόν, δια του δυνατού σεισμού τα μνημεία ανεώχθησαν, «πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη», όχι όλα, αλλά «πολλά» και μάλιστα «αγίων», οι οποίοι τοιουτοτρόπως κατέστησαν μάρτυρες της αναστάσεως του Χριστού και αυτών των ιδίων. Εν προκειμένω, το όλον γεγονός αποτελεί τύπον και σύμβολο της γενικής αναστάσεως εις τα έσχατα και του τέλους του κόσμου, η οποία ως αρχή και κανών καθοράται στον θάνατο του Χριστού και εμφανίζεται δια φυσικών σημείων. Το άνοιγμα συγκεκριμένων μνημείων στην Ιερουσαλήμ απετέλει ειδική εκπροσώπηση της επικειμένης αναστάσεως και ιδιαιτέρως πιστών. Με το ένα γεγονός, ότι τα μνημεία «ανεώχθησαν», συμφωνεί το άλλο, ότι μετά την Ανάσταση του Χριστού πολλοί πιστοί είδαν πρόσωπα, που είχαν αναστηθεί εκ των τάφων. Τούτο κατέστη απαρασάλευτο στην πίστη των Αποστόλων, περί των συνεπειών της Αναστάσεως του Χριστού.

Συνεπώς, ο παρών στίχος 52 αποτελεί τον πρώτον σπόρον της διδασκαλίας της Εκκλησίας περί της καθόδου του Χριστού εις τον Άδην, περί της οποίας δια πρώτην φοράν αναγινώσκομεν εν A’ Πέτρ. 3,19 και 4,6. Η εμφάνιση των αναστηθέντων νεκρών εις πολλά πρόσωπα των Ιεροσολύμων, αποτελεί την απόδειξη της αναστάσεως ως ιστορικού γεγονότος μετά την Ανάσταση του Χριστού και τις πολλές εμφανίσεις αυτού στους Μαθητάς του και σε πλήθος άλλων προσώπων (βλ. Α’ Κορ. 15,38). Επομένως, ο θάνατος του Χριστού αποδεικνύεται ότι συνιστά τη ζωή του κόσμου. Ως θάνατος απολυτρώσεως και ως θριαμβευτική κάθοδος στον Άδην, ενήργησεν ο Θεός επί του πνευματικού κόσμου αναστήσας κυρίως αγίους της Παλαιάς Διαθήκης, oi οποίοι αντέδρασαν κατά διαφόρους τρόπους και ούτω πως επηρέασαν την πνευματική κατάσταση των ζώντων αγίων.

Επομένως, δεν πρόκειται περί θαυμάτων της τελικής αναστάσεως εν προκειμένω, ούτε περί θαυματουργικής αναστάσεως εκ των νεκρών, όπως ήτο η ανάστασις του Λαζάρου, δια να ζήσουν μία δεύτερη ζωή στον παρόντα κόσμο. Υπό το πρίσμα τούτο, η σειρά που παρατίθεται εν Α’ Κορ. 15,20 έχει συνέχειαν, κατά την οποίαν ο Χριστός είναι «η απαρχή». Κατά τινας Πατέρας της Εκκλησίας, ως ο Επιφάνιος, οι αναστηθέντες μετά την ανάσταση του Χριστού στα Ιεροσόλυμα (Ματθ. 27,53), είχον ήδη ένδοξο σώμα, το σώμα της αναστάσεως, και ανελήφθησαν μαζύ με τον Χριστό (πλήθος ονομάτων αναφέρονται στα απόκρυφα «Πράξεις Πιλάτου» και στο «Ευαγγέλιον Νικοδήμου», μεταξύ των οποίων oi Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ, οι 12 Πατριάρχαι του Ισραήλ, ο Νώε κ.λπ.). Στην Ευαγγελική διήγηση εν προκειμένω, γίνεται διάκριση μεταξύ των αποτελεσμάτων του θανάτου του Χριστού και των αποτελεσμάτων της Αναστάσεως αυτού.
Δια του θανάτου του, οι άγιοι απηλευθερώθησαν εκ των δεσμών του Άδου και ούτως ανεστήθησαν, δια της Αναστάσεώς του όμως, αποκατεστάθη η δράση των εις τον κό-σμον («είσήλθον εις την αγίαν πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς»). [Στην Αγία Γραφή μνημονεύονται εξ (6) αναστάσεις προηγηθείσαι της Αναστάσεως του Χριστού, όλες δε ήσαν αποκατάσταση στην παρούσα επίγεια ζωή, ήτοι• 1) του υιού της χήρας εν Σαρεπτά, Γ’ Βασ. 17, 2) του υιού της Σωμανίτιδος γυναικός, Δ’ Βασ. 4,3) την προκληθείσαν υπό των οστέων του Ελισαιέ, Δ’ Βασ. 13,4) της θυγατρός του Ιαείρου, Ματθ. 9, 5) του υιού της χήρας της Ναΐν, Λουκ. 7, 6) του Λαζάρου, Ιωάν. 11.
Αι εις ουρανούς καταστάσεις του Ενώχ και του Ηλία, επειδή δεν προηγήθη θάνατος, δεν συμπεριλαμβάνονται εδώ. Η ανάσταση των νεκρών κατά τον θάνατον του Χριστού, απετέλει προτύπωσιν της τελικής αναστάσεως εις ζωήν αιώνιον στα έσχατα, επραγματοποιήθη όμως αυτή μετά την Ανάσταση του Χριστού, δια να είναι ο Χριστός «πρωτότοκος εκ των νεκρών» (Ρωμ. 8,29. Κολ. 1,15• 18. Αποκ. 1,5). Ο θάνατος του Χριστού επί του σταυρού ήνοιξε τους τάφους αυτών, η δε ανάστασίς του ανέστησεν αυτούς και πάλιν στη ζωή, δια να είναι ο Χριστός «απαρχή των κεκοιμημένων» (Α’ Κορ. 15,20•23. Πολλοί Πατέρες δέχονται ότι ούτοι απέθανον εκ νέου ή ανελήφθησαν μετά του Χριστού). Εν πάση περιπτώσει, ο θάνατος και η Ανάσταση του Χριστού υπήρξαν ιστορικά γεγονότα διακηρύσσοντα την αλήθεια της νίκης αυτού επί του θανάτου και διανοίξαντα την θύραν της αιωνιότητος.

Βούλγαρη Χρήστου

Ερμηνευτικόν Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον

Εκδ: Αποστολική Διακονία