Ταυτίζοντας την παράδοση με τη συντήρηση και όχι με τη ζωογόνο αύρα του πνεύματος, εμποτισμένοι από ένα αντιφατικό κράμα αρχαιολατρίας και βυζαντινολαγνείας, αδυνατούμε να αρθρώσουμε σοβαρό θεολογικό λόγο και να μετάσχουμε ισότιμα και δημιουργικά στον σύγχρονο κόσμο. Γι’ αυτό και ο συνήθης εκκλησιαστικός λόγος ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διατήρηση της ιδιοπροσωπίας του Νέου Ελληνισμού παρά για τη χριστιανική καθολικότητα και οικουμενικότητα, ενώ το δράμα της ερχόμενης Βασιλείας του Θεού υποκαθίσταται από την Ιδεολογικοποίηση της Ορθοδοξίας και τη νοσταλγία του παρελθόντος. Ταυτίζεται με άλλα λόγια η Εκκλησία με το «ήδη», με το πραγματοποιημένο, και παραμελείται το «ούπω», η εσχατολογική αναμονή. Η Εσχατολογία όμως δεν είναι απλώς ο λόγος για την άλλη ζωή, ούτε το τελευταίο κεφάλαιο της Δογματικής. Διαποτίζει το σύνολο της εκκλησιαστικής ζωής και συνιστά την ενεργό προσμονή της ερχόμενης Βασιλείας, τη δυναμική μεταμόρφωση και ανακαίνιση του σύμπαντος κόσμου.
Η Εκκλησία, λοιπόν, ως κοινότητα εσχατολογική μπορεί να αναφέρεται σε ένα έθνος ή να αναμένει τη δικαίωσή της από τις υπηρεσίες που προσέφερε κατά το παρελθόν; Ποια η σχέση χρόνου και Εσχατολογίας, Ιστορίας και Εσχατολογίας; Είναι οι πρώτες αιτίες που καθορίζουν την πορεία και το νόημα της Ιστορίας ή αντιθέτως είναι το τέλος, τα έσχατα, που δίνουν νόημα στις απαρχές; Που συναντάται η Εσχατολογία με τον μοναχισμό, την ιεραποστολή ή τη νέα θρησκευτικότητα; Και εφόσον τα έσχατα εισβάλλουν αδιάκοπα, αν και παράδοξα, στην Ιστορία, ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες από τη βιβλική και πατερική αυτή αντίληψη για την πολιτική και κοινωνική ζωή, τη φιλοσοφία, την επιστήμη, τα γράμματα και τις τέχνες, τις σχέσεις με τον «άλλον» και τις άλλες θρησκείες; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θίγονται στις μελέτες των Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), Π. Βασιλειάδη, Ν. Ματσούκα, Στ. Γιαγκάζογλου, Γ. Πατρώνου, Μ. Μπέγζου, Ν. Ντόντου, Δ. Αρκάδα, Αλ. Καριώτογλου, Θ. Ν. Παπαθανασίου, Δ. Μόσχου, Δ. Μπεκριδάκη, Β. Αδραχτά, Γ. Σκαλτσά, Π. Καλαϊτζίδη, Στ. Παπαλεξανδρόπουλου, π. Ευαγ. Γκάνα και Γ. Παύλου, και τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας (2000 – 01) του χειμερινού προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.