Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη

145

Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη.

 

Κι όμως, η αλήθεια είναι τόσο αναγκαία, που η άγνοιά της έχει υψηλό κόστος, το οποίο μπορεί να εμφανιστεί με την μορφή σοβαρών ασθενειών. Χρειάζεται λοιπόν να προσπαθήσουμε, ακολουθώντας μια μακροχρόνια διαδικασία, να ανακαλύψουμε τη δική μας προσωπική αλήθεια, μια αλήθεια που μπορεί να μας προκαλέσει πόνο πριν μας προσφέρει μια νέα αίσθηση ελευθερίας. Αν, αντίθετα, επιλέξουμε να αρκεστούμε σε μια διανοητική γνώση, θα παραμείνουμε στη σφαίρα των ψευδαισθήσεων και της εξαπάτησης του εαυτού μας.

Δεν μπορούμε να σβήσουμε τις ζημιές που έγιναν μέσα μας κατά την παιδική μας ηλικία, αφού δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε στο παραμικρό το παρελθόν μας.Μπορούμε όμως να αλλάξουμε και να αναδιοργανώσουμε τον εαυτό μας και έτσι να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας ενότητα, αν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε από πολύ κοντά και να συνειδητοποιήσουμε τη γνώση που έχουμε αποθηκεύσει στο σώμα μας για αυτά που έγιναν στο παρελθόν.

Αυτός ο δρόμος δεν είναι εύκολος, σε πολλές περιπτώσεις όμως είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε επιτέλους να αφήσουμε πίσω μας την αόρατη και απάνθρωπη φυλακή της παιδικής μας ηλικίας. Μόνο έτσι μπορούμε να μετατρέψουμε τον εαυτό μας από το ανίδεο θύμα που ήταν στο παρελθόν σε υπεύθυνο άτομο, που γνωρίζει τη δική του ιστορία και μπορεί να ζήσει μαζί της.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Δεν θέλουν να γνωρίζουν τίποτα από την προσωπική τους ιστορία και έτσι δεν συνειδητοποιούν ότι, στην ουσία, η ιστορία τους τους καθορίζει συνεχώς στο παρόν. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στην απωθημένη και ανεπίλυτη κατάσταση που παγιώθηκε στην παιδική τους ηλικία. Δεν συνειδητοποιούν ότι φοβούνται και αποφεύγουν κινδύνους οι οποίοι, παρ’ όλο που κάποτε ήταν πραγματικοί, εδώ και πολύ καιρό έχουν πάψει να είναι. Καθοδηγούνται από ασυνείδητες αναμνήσεις και απωθημένα συναισθήματα και ανάγκες, τα οποία, όσο παραμένουν ασυνείδητα και αξεδιάλυτα, συχνά καθορίζουν, με σχεδόν διαστροφικό τρόπο, καθετί που κάνουν ή δεν κάνουν

Η απώθηση μιας βίαιης κακοποίησης που συνέβη στην παιδική ηλικία οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να καταστρέφουν τη ζωή τους και τις ζωές άλλων. Γίνονται εκδικητικοί, τότε, τα καταπιεσμένα συναισθήματα ξεσπούν με τρόπο αδίστακτο κατά των μειονοτήτων. Αυτό το ονομάζουμε ξενοφοβία, και τα θύματα ποικίλλουν από τόπο σε τόπο: μπορεί να είναι Τούρκοι, Ρομά, καταγόμενοι από την Μπιάφρα, Χούτου ή Τούτου, μπορεί να είναι, όπως στην Κίνα του Μάο και στην Καμπότζη, διανοούμενοι και, επιπλέον, όλα αυτά τα ονομάζουν «πατριωτισμό». Έτσι κρύβουν την αλήθεια από τον εαυτό τους για να μη νιώσουν την απελπισία που ένιωθε κάποτε το βασανισμένο παιδί που υπήρξαν.

Κάποιοι άλλοι συνεχίζουν τα μαρτύρια που κάποτε τους επέβαλαν συμμετέχοντας ενεργά σε ομάδες που τα μέλη τους βασανίζουν άλλους ή τον εαυτό τους, σε ομάδες δηλαδή που επιδίδονται σε σαδομαζοχιστικές πρακτικές. Αυτές τις δραστηριότητες τις θεωρούν «απελευθέρωση». Γυναίκες που τρυπούν τις θηλές τους για να κρεμάσουν κρίκους ποζάρουν μετά σε φωτογραφίες εφημερίδων και δηλώνουν με υπερηφάνεια ότι όχι μόνο δεν ένιωσαν πόνο όταν το έκαναν, αλλά το ευχαριστήθηκαν κιόλας. Δεν χρειάζεται ν’ αμφιβάλλουμε για την αλήθεια των δηλώσεών τους. Χρειάστηκε να μάθουν πολύ νωρίς στη ζωή τους να μη νιώθουν πόνο. Και τι δεν θα έκαναν σήμερα μόνο και μόνο για να μη νιώσουν τον πόνο του μικρού κοριτσιού που, αν και κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον πατέρα του, έπρεπε να φαντάζεται ότι αυτό ήταν διασκεδαστικό.

Μια γυναίκα που κακοποιήθηκε σεξουαλικά όταν ήταν παιδί, αλλά αρνείται αυτή την πραγματικότητα της παιδικής της ηλικίας και έχει μάθει να μη νιώθει πόνο, δραπετεύει διαρκώς από το παρελθόν της χρησιμοποιώντας τις σχέσεις της με τους άντρες, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά ή τα επαγγελματικά επιτεύγματα. Χρειάζεται συνεχώς έντονες συγκινήσεις για να μη νιώθει πλήξη. Δεν επιτρέπει στον εαυτό της ούτε μια στιγμή ηρεμίας, κατά την οποία μπορεί να νιώσει την πυρακτωμένη μοναξιά της εμπειρίας που έζησε ως παιδί, επειδή φοβάται αυτό το συναίσθημα περισσότερο και από τον ίδιο το θάνατο.

Θα συνεχίσει τη φυγή της, εκτός κι αν έχει την τύχη να καταλάβει ότι η αναβίωση και η συνειδητοποίηση των παιδικών συναισθημάτων δεν σκοτώνουν, αλλά απελευθερώνουν. Άλλωστε, αυτό που πολύ συχνά σκοτώνει είναι η άμυνα ενάντια στα συναισθήματα, αντίθετα, η συνειδητή αναβίωσή τους μπορεί να μας αποκαλύψει την αλήθεια.

Η απώθηση του πόνου της παιδικής ηλικίας δεν καθορίζει μόνο τη ζωή του κάθε ατόμου αλλά και τις προκαταλήψεις της κοινωνίας. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στις βιογραφίες των διασημοτήτων. Για παράδειγμα, όταν διαβάζουμε τις βιογραφίες διάσημων καλλιτεχνών, έχουμε την εντύπωση ότι η ζωή τους άρχισε περίπου στην εφηβεία. Πριν από εκείνη την περίοδο λένε συνήθως ότι είχαν μια «ευτυχισμένη», «χαρούμενη » ή «χωρίς προβλήματα» παιδική ηλικία ή ότι η παιδική τους ηλικία ήταν «γεμάτη στερήσεις» ή «γεμάτη ενδιαφέροντα».

Όμως, πώς ακριβώς ήταν η παιδική ηλικία ενός συγκεκριμένου ατόμου δεν φαίνεται να ενδιαφέρει κανέναν – λες και δεν είναι κρυμμένες στην παιδική του ηλικία οι ρίζες ολόκληρης της ζωής του. Θα ήθελα αυτό να το δείξω πιο καθαρά με ένα απλό παράδειγμα: Ο Χένρυ Μουρ περιγράφει στα απομνημονεύματά του ότι, όταν ήταν μικρό παιδί, είχε το προνόμιο να κάνει μασάζ στην πλάτη της μητέρας του με κάποιο λάδι για ρευματισμούς για να την ανακουφίζει από τους πόνους. Διαβάζοντάς τα βρήκα ξαφνικά ένα δικό μου τρόπο πρόσβασης στα γλυπτά του Μουρ.

Στις τεράστιες, μισοξαπλωμένες γυναίκες με τα μικρά κεφάλια έβλεπα τη μητέρα μέσα από τα μάτια του μικρού αγοριού, το οποίο, λόγω της προοπτικής, βίωνε το κεφάλι της ως μικρότερο και την πλάτη της ως απίστευτα μεγεθυμένη. Αυτή η ερμηνεία μπορεί να μην έχει καμιά σημασία για πολλούς κριτικούς τέχνης, αλλά σ’ εμένα δείχνει αφενός για πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα οι εμπειρίες ενός παιδιού μπορούν να παραμείνουν κρυμμένες στο ασυνείδητό του και αφετέρου με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορούν να εκφραστούν όταν ο ενήλικας νιώσει ότι είναι σε θέση να τις αφήσει να βγουν στην επιφάνεια. Βεβαίως, αυτή η ανάμνηση του Μουρ δεν αφορά ένα τραυματικό γεγονός και έτσι αναδύεται άθικτη. Αντίθετα, οι τραυματικές εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας παραμένουν στο σκοτάδι.

Alice Miller