Ήδη από το 1900 ο Φρόυντ έγραφε: «Οι μύθοι είναι διαστρεβλωμένα λείψανα φαντασιώσεων και επιθυμιών ολόκληρων εθνών […], τα παμπάλαια όνειρα της νεαρής ανθρωπότητας. Ο μύθος είναι, από φυλογενετική άποψη, ότι είναι το όνειρο στη ζωή του ατόμου» (Η ερμηνευτική των ονείρων). Η πιο σημαντική όμως εφαρμογή της ψυχανάλυσης στην μυθολογία δίνεται από τον Φρόυντ στο Ο Μωυσής και ο μονοθεϊσμός.

 

Εδώ εμφανίζεται η ψυχαναλυτική ερμηνεία του μύθου. 

Ο μύθος αφηγείται την ιστορία του παιδιού γενικά. Η ιστορία αυτή περνά από πολλά στάδια: 1) το στάδιο στο οποίο το παιδί εξιδανικεύει υπερβολικά τους γονείς του και το οποίο σημαδεύεται κατά συνέπεια από μια απεικόνιση παραπλήσια με την επιστροφή: το κιβώτιο ή το καλάθι συμβολίζει την κοιλιά της μητέρας και το νερό του ποταμού το αμνιακό υγρό· 2) το στάδιο κατά το οποίο, υπό την επίδραση του ανταγωνισμού και της πλάνης, τους υποτιμά (διχασμός σε γονείς ευγενείς και ισχυρούς και σε γονείς φτωχούς και ανεπιθύμητους στη χώρα που ζουν).

 

Υπάρχουν λοιπόν για τον Φρόυντ δυο διακριτές πραγματικότητες: ο μύθος είναι, όπως και το όνειρο, φορέας σημείων· η έννοια του ίδιου του σημείου βρίσκεται στο ασυνείδητο και η καταγωγή του  πρέπει να αναζητηθεί στο παρελθόν.

 

Ο μύθος ο ίδιος δεν έχει λοιπόν άλλο ενδιαφέρον εκτός του να αποτελεί ένα υποστήριγμα. Η μεγαλύτερη διαφορά του από το όνειρο είναι η φύση του υποστηρίγματος.

 

Η μυθοπλασία έχει κεφαλαιώδη σημασία για τον Γιουνγκ.

Η θέση του μύθου μέσα στην ατομική συνείδηση αποτελεί το σημείο εκκίνησης της αντίθεσης μεταξύ Φρόυντ και Γιουνγκ. Και για τους δύο, το όνειρο και ο μύθος είναι σύμβολα. Ο Γιουνγκ όμως συμπληρώνει τη θεωρία του δασκάλου του (ή τη μετασχηματίζει σύμφωνα με ορισμένους) προσθέτοντας την έννοια του συλλογικού ασυνειδήτου, ενός ασυνειδήτου που αποτελεί κοινό πλούτο της ανθρωπότητας, ανεξάρτητου από κάθε πολιτισμό· από αυτό προκύπτουν τα αρχέτυπα. Το αρχέτυπο του Γιουνγκ είναι μία «δυνατότητα απεικονίσεων» ένα a priori καλούπι που τυποποιεί τις παραστάσεις οι οποίες γεννιούνται σ’ αυτό. «Στο άτομο, τα αρχέτυπα παρομοιάζονται ως ακούσιες εκδηλώσεις ασυνείδητων πνευματικών δραστηριοτήτων, η ύπαρξη και η έννοια των οποίων δεν μπορούν να συναχθούν παρά μόνο έμμεσα· στον μύθο, αντίθετα, είναι προϊόντα μιας παράδοσης που ανάγεται σε μια εποχή που είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε. Ανάγονται σε έναν κόσμο του παρελθόντος, πρωτόγονο, που υπόκειται σε δεδομένα και πνευματικές απαιτήσεις παρόμοιες μ’ αυτές που παρατηρούμε στις μέρες μας στους πρωτόγονους λαούς που εξακολουθούν να υπάρχουν. Στην κλίμακα αυτή, οι μύθοι αποτελούν γενικά τη διδαχή της φυλής, που μεταβιβάζεται με προφορική επανάληψη από γενεά σε γενεά».

 

Ο Γιουνγκ βλέπει μια πολύ έντονη αντίθεση μεταξύ του πολιτισμένου και του πρωτόγονου: «Η κατάσταση του πρωτόγονου πνεύματος διακρίνεται από του πολιτισμένου κυρίως στο ότι η έκταση και η ένταση της συνείδησης είναι λιγότερο ανεπτυγμένες […] Ο πρωτόγονος άνθρωπος δεν μπορεί να διατείνεται ότι σκέπτεται: η σκέψη δημιουργείται σ’ αυτόν που μιλάει. (Άρα) το αυτόματο της σκέψης του δεν προέρχεται από τη συνείδηση, αλλά από το ασυνείδητο […] Η συνείδησή του αποτελείται από ένα ασυνείδητο που υπερισχύει […] Η αυτόματη εκδήλωση του ασυνειδήτου, με τα αρχέτυπα του, καταπατά συνεχώς τη συνείδηση· ο μυθικός κόσμος των προγόνων αποτελεί μια πραγματικότητα αντίστοιχη της υλικής φύσης, αν και ορισμένες φορές υπερτερεί της τελευταίας».

 

Η οπτική του  Γιουνγκ αντιτίθεται επίσης, σ’ αυτή του Φρόυντ σχετικά με τις αναφορές που ο μύθος διατηρεί με τον βιωμένο από τον άνθρωπο χρόνο. Ενώ το ασυνείδητο του Φρόυντ στρέφεται προς το παρελθόν ερμηνευόμενο από αυτό, το ασυνείδητο του Γιουνγκ επιφορτίζεται, κατά κάποιον τρόπο με το μέλλον του υποκειμένου, με την εξέλιξή του, όπως και με αυτό όλης της ανθρωπότητας.

 

Η μέθοδος της μυθολογικής ανάλυσης σχεδιαγραφείται από τον Γιουνγκ ως εξής: «Το ερώτημα δεν τίθεται πλέον στο να γνωρίζουμε αν ένας μύθος αναφέρεται στον ήλιο ή στο φεγγάρι, στον πατέρα ή στη μητέρα, στη σεξουαλικότητα, τη φωτιά ή στο νερό – πρόκειται απλώς για παράφραση και χαρακτηρισμό ενός σημαντικού ασυνείδητου πυρήνα. Η έννοια αυτού του πυρήνα δεν υπήρξε ποτέ και ούτε πρόκειται να υπάρξει συνειδητά. Υπήρξε και θα είναι πάντα μόνον μεθερμηνευόμενη».

Έτσι, ο μύθος δεν είναι παρά μια εκδήλωση της παντοδυναμίας των αρχετύπων: η ίδια η αιτία βρίσκεται σε λήθαργο και ο ορθολογισμός που εφαρμόζεται σε ένα φανταστικό και ανύπαρκτο πρόβλημα δεν είναι κατά βάθος παρά μια παρείσφρηση με «πραγματική» μορφή της παντοδυναμίας του ασυνειδήτου μας.