Βασίλειος Θερμός, Θεολογία, Επιστήμες του Ψυχισμού και Νεωτερικότητα

83

Με τη νεωτερικότητα, όπως είναι γνωστό, αρχίζει η διαμόρφωση των διαφόρων επιστημονικών κλάδων. Προηγουμένως οι περισσότεροι από αυτούς αποτελούσαν περιεχόμενο της φιλοσοφίας, η οποία συνιστούσε επί αιώνες την κύρια ασχολία του ανθρωπίνου πνεύματος. Το ίδιο θα συμβή και με την ψυχολογία και ψυχανάλυση Η πρώτη εμφανίσθηκε για πρώτη φορά ως πειραματική ψυχολογία και σπουδή ψυχοσωματικών λειτουργιών. Η δεύτερη ως προσπάθεια αποκρυπτογραφήσεως του συμπτώματος, ως ανάγκη να του δοθή κάποιο νόημα. Αμφότερες ανέτειλαν κατά τον 19ο αιώνα, μέσα σε κλίμα επιστημονικού υλισμού.

Πιστές στο πνεύμα της νεωτερικότητας και η ψυχολογία και η ψυχανάληση είδαν τον ψυχισμό αυτόνομα, χωρίς μεταφυσική αναφορά. Η ψυχολογία ειδικά ανέπτυξε πληθώρα κλάδων, από την πλέον υλιστική συμπεριφερολογία (που βλέπει τον άνθρωπο σαν την πιο πολύπλοκη μηχανή ή σαν το τελειότερο θηλαστικό), μέχρι τη γνωστική ψυχολογία, την αναπτυξιακή ψυχολογία, την κοινωνική ψυχολογία, την ψυχολογία της προσωπικότητος, την ψυχολογία της θρησκείας, καθώς και πτυχές της εφαρμοσμένης ψυχολογίας (εκπαίδευσης, πολιτικής, εργασίας, αθλητισμού κ.ά.). Στην κλίμακα αυτή η ψυχανάλυση καταλαμβάνει την ανώτερη θέση, υπό την έννοια ότι προσδίδει στις επιστήμες του ψυχισμού την «ψυχή» που τους έλειπε, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις λεπτότερες πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού. Μέσα σε αυτή την προοπτική η ψυχανάλυση συνετέλεσε καθοριστικά και στον εξανθρωπισμό της ψυχιατρικής.

Όταν μιλούμε για «ψυχή» στον επιστημονικό χώρο εννοούμε πάντοτε το σύνολο των ψυχικών λειτουργιών (σκέψη, λογική, συναισθήματα, επιθυμίες, βούληση, μνήμη, φαντασία) και ποτέ το θεολογικό μέγεθος «ψυχή», το οποίο άλλωστε δεν μπορεί να ερευνηθή επιστημονικά. Φυσική συνέπεια της νεωτερικότητας ήταν η επιθυμία αυτός ο κόσμος να εξερευνηθή με όργανο τον ορθό λόγο και έτσι να απομυθοποιηθή. Κορύφωση αυτού του στόχου αποτέλεσε η αποκάλυψη του ασυνειδήτου από την ψυχανάλυση? στον νεωτερικό άνθρωπο δεν πρέπει να υπάρχουν μυστήριο και σκοτεινές πλευρές.

Είναι εγγενής μία αισιοδοξία στις επιστήμες του ψυχισμού, απότοκος της αυτοπεποίθησης με την οποία η νεωτερικότητα εν γένει είδε τον κόσμο. Ακολουθεί τη νεωτερική αντίληψη πως η γνώση οδηγεί σε έλεγχο και ο έλεγχος σε δύναμη πάνω στη φύση? αυτή η πορεία είναι συνώνυμη της προόδου. Κατά ένα παράδοξο τρόπο, όμως, η ίδια η ψυχανάλυση που απέβλεπε στον έλεγχο επί του ασυνειδήτου μέσω του ορθού λόγου, ήταν αυτή που υπονόμευσε την παντοδυναμία του ορθού λόγου καταδεικνύοντας τα βάθη τα οποία υπόκεινται. Έτσι άνοιξε το δρόμο για τον μετανεωτερικό προβληματισμό, όπως αυτός έχει εκφραστή μέχρι τώρα με επίσης ψυχαναλυτικές εξελίξεις (σπουδαιότητα της γλώσσας, ανάδειξη της σημασίας της σχέσης κ.ά.). Η ψυχανάλυση υπήρξε κορυφαία δικαίωση της νεωτερικότητας και ταυτόχρονα αρχή του τέλους της.

Μέσα από την αρχική αμηχανία της απέναντι στις επιστήμες του ψυχισμού η Ορθόδοξη Θεολογία κατά καιρούς αντέδρασε με ξένους προς αυτήν τρόπους, είτε κατηγορώντας την ψυχανάλυση για έλλειψη επιστημονικότητας, είτε προσφεύγοντας στην δήθεν κινδυνεύουσα ηθική. Αλλά και όταν ασχολήθηκε με το πραγματικό πρόβλημα της θεολογικής αυτονομίας, συχνά δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται τις προκλήσεις που αυτή της έθετε, ουσιαστικά καλώντας την σε διάλογο. Η στάση αυτή συνιστά έναν ανιστορικό καθαγιασμό του παρελθόντος που οφείλεται σε παρανόηση γύρω από την ερμηνεία της παραδόσεως.

Η συνάντηση των δύο χώρων διαθέτει δύο ακραίες εκδοχές. Η μία είναι να μην υπάρξει καθόλου συνάντηση: πρόκειται για την φονταμενταλίστική στάση, κατά την οποία η νεωτερικότητα είναι το κύριο δεινό της ανθρώπινης ιστορίας. Συνεπώς κάθε γνωσιολογία που εκπορεύεται από αυτήν πρέπει να καταδικαστή χωρίς διάλογο, διότι νοθεύει την αλήθεια. Η δεύτερη είναι η εκκοσμίκευση της άνευ όρων αλλοτρίωσης, την οποία υπέστησαν πολλές προτεσταντικές ομολογίες, αντικαθιστώντας την θεολογική διδαχή και την ποιμαντική φροντίδα με την ψυχολογική βοήθεια. Εδώ έχει υποστή διάβρωση το ανθρωποείδωλο και το όραμα του αγιασμού και της Βασιλείας του Θεού έχει παραμερίσει.

Χρέος της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι να αγκαλιάσει φιλάνθρωπα την ανθρώπινη εξέλιξη με τις αγωνίες και τον μόχθο που αυτή περικλείει, διατηρώντας ταυτόχρονα την αυτοσυνειδησία εκείνη που θα της επιτρέψει να καταγγείλει οποιαδήποτε βλαπτική συνέπεια προκύπτει από την ούτως ή άλλως αναπόφευκτη αυτονομία των επιστημών του ψυχισμού. Ήδη αυτές αποτελούν αναπόσπαστο συστατικό του σύγχρονου πολιτισμού, αλλά και η Ορθόδοξη Θεολογία έχει υποχρέωση να τον διαποτίσει. Η «διάκρισις των πνευμάτων» είναι προφητικό λειτούργημα και, πάντως, όχι κοσμόφοβο. Το πλήρως αυτόνομο υποκείμενο έχει ήδη αμφισβητηθή σοβαρά, γεγονός που ανοίγει το δρόμο για την εισαγωγή της εκκλησιολογικής προοπτικής.

π. Βασίλειος Θερμός