Η ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου έχει αποτελέσει κατά καιρούς αντικείμενο εκτεταμένων επιστημονικών ερευνών και μελετών. Η σπουδαιότητα της ηθικής ανάπτυξης έχει αποτελέσει το έναυσμα για την εμφάνιση διαφόρων θεωριών από τους επιστήμονες και τους μελετητές. Οι κύριες θεωρίες της ηθικότητας που έχουν εμφανιστεί είναι: α) η ψυχαναλυτική θεωρία β) η  θεωρία της κοινωνικής μάθησης γ) η θεωρία των προσωπικών βουλητικών ιδιοτήτων δ) η γνωστικό – εξελικτική θεωρία ε) η γνωστικό – συναισθηματική θεωρία και στ) η κοινωνικό – ηθική θεωρία.

Καθεμιά από τις προαναφερθείσες θεωρίες εξετάζει και παρουσιάζει την ηθικότητα από μία κυρίως άποψη. Κυριότερος εκπρόσωπος της ψυχαναλυτικής θεωρίας είναι ο Freud, ενώ της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης ο Bandura. Οι Lepper και Dienstbier είναι οι πιο γνωστοί εκπρόσωποι της θεωρίας των προσωπικών βουλητικών ιδιοτήτων, ενώ οι αντίστοιχοι της γνωστικό – εξελικτικής θεωρίας είναι οι Piaget και Kohlberg. Τέλος, κυριότερος εκπρόσωπος της γνωστικό – συναισθηματικής θεωρίας είναι ο Hoffman και της κοινωνικό – ηθικής θεωρίας ο Milgram.

Η ψυχαναλυτική θεωρία του Freud υποστηρίζει ότι η ηθικότητα παρουσιάζεται στον άνθρωπο ως συναίσθημα. Η ηθικότητα παρουσιάζεται, κυρίως, στην ηλικία των 5 ετών ως συναίσθημα της ενοχής. Το παιδί υφίσταται πολλές απαγορεύσεις, ενοχές και ματαιώσεις και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αναπτύσσει το συναίσθημα της ενοχής σε διάφορες απαγορευμένες πράξεις. Οι ψυχαναλυτικοί εκπρόσωποι της θεωρίας υποστηρίζουν ότι οι βασικές διεργασίες της δημιουργίας της ηθικής συνείδησης ξεκινούν από την ηλικία των 5-6 ετών αφού αυτή την χρονική περίοδο αρχίζει η αλληλεπίδραση των τριών στοιχείων της προσωπικότητας: το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ.

Η μίμηση και η ταύτιση αποτελούν τον πυρήνα της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης. Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης δίνει έμφαση στις εξωτερικές – κοινωνικές επιδράσεις στο παιδί. Ασχολείται με την ταύτιση – μίμηση ηθικών προτύπων και με την ενίσχυση ή την αξιολόγηση της ηθικής συμπεριφοράς.

Η θεωρία των προσωπικών βουλητικών ιδιοτήτων δίνει μεγάλη έμφαση στην ηθικότητα ως αποτέλεσμα της προσωπικότητας του ατόμου. Δεν πιστεύουν οι εκπρόσωποι της θεωρίας στην επίδραση και επιβολή των εξωτερικών κοινωνικών ή άλλων ηθικών κανόνων, αλλά στην ηθικότητα που προέρχεται από τα προσωπικά χαρακτηριστικά κάθε ατόμου.

Η γνωστικό – εξελικτική θεωρία έχει ως στόχο να μελετήσει τις ανώτερες πνευματικές διεργασίες και δομές της σκέψης που έχουν ως αποτέλεσμα την ηθική κρίση και πράξη. Το παιδί που δέχεται ηθικές επιδράσεις από άτομο ανωτέρου σταδίου ηθικότητας από αυτό που το ίδιο εντάσσεται έχει τη δυνατότητα να καλλιεργήσει την ηθική του σκέψη και να περάσει στο επόμενο εξελικτικό στάδιο.

Η γνωστικό – συναισθηματική θεωρία υποστηρίζει ότι η ηθικότητα αναπτύσσεται στον άνθρωπο με βάση την εσωτερική συνειδητοποίηση. Το άτομο αναπτύσσει τις ηθικές αρχές του και υπακούει στους ηθικούς κανόνες εξαιτίας της συνειδητοποίησης της τήρησης των κανόνων και όχι εξαιτίας κάποιας εξωτερικής επιβολής. Το άτομο εφαρμόζει τους νόμους χωρίς να νοιώθει το άγχος της τιμωρίας και χωρίς να προσμένει αμοιβή. Οι γονείς είναι οι κύριοι φορείς της προσπάθειας να συνειδητοποιήσουν και να αναπτύξουν τα παιδιά την ηθικότητα και την αλτρουιστική συμπεριφορά.

Τέλος, η κοινωνικό – ηθική θεωρία θεωρεί ότι οι ηθικές αρχές αποτελούν τη βάση για τη σωστή λειτουργία της κοινωνίας. Η κοινωνία δε μπορεί να λειτουργήσει ομαλά με την επιβολή των ηθικών της κανόνων στον άνθρωπο, αλλά η εύρυθμη λειτουργίας της εξαρτάται από την υιοθέτηση των κοινωνικών της κανόνων από το ίδιο το άτομο ως προσωπικοί ηθικοί κανόνες.