π. Δημήτριος Μπαθρέλλος.

Ο Χριστός δεν είναι κάποιος για τον οποίο καλούμαστε να ακούσουμε, να διαβάσουμε, και να μάθουμε μόνο, αλλά και κάποιος τον οποίο καλούμαστε να δούμε.

Κατά την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης ο Θεός αποκαλυπτόταν κυρίως δια του λόγου. Κατά την περίοδο της π. Δημήτριος ΜπαθρέλλοςΚαινής Διαθήκης, ωστόσο, ‘ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού’. Είναι χαρακτηριστικό το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Θείας Λειτουργίας κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, το οποίο αναφέρεται στην κλήση του Ναθαναήλ. Ο Φίλιππος του γνωστοποιεί την πίστη του στον Ιησού Χριστό: ‘Όν έγραψεν Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ’. Ο Ιησούς Χριστός αποτελεί το πλήρωμα του νόμου και των προφητών, της όλης δηλαδή θεολογικής παρακαταθήκης της Παλαιάς Διαθήκης. Ωστόσο, ο Φίλιππος δεν αρκείται εκεί. Δεν είναι αρκετό για τον Ναθαναήλ, για τον κάθε Ναθαναήλ, να ακούσει, να μάθει, ή ακόμα και να αποδεχθεί την αλήθεια όσων ακούει. Χρειάζεται και το επόμενο βήμα, εκείνο της εμπειρικής γνωριμίας με τον Χριστό. Γι’ αυτό και ο Φίλιππος του απευθύνει την πρόσκληση: έρχου και ίδε. Έλα κι εσύ να δείς τον Χριστό, έλα να τον γνωρίσεις. Ο Ναθαναήλ όντως έρχεται, και βλέπει, και γνωρίζει τον Χριστό, και λαμβάνει από εκείνον την υπόσχεση ότι θα τον γνωρίσει ακόμα καλύτερα, ότι θα δει περί αυτού ακόμα μεγαλύτερα πράγματα: μείζω τούτων όψει.

Ήδη λοιπόν η Κυριακή της Ορθοδοξίας, με τον εορτασμό της αναστήλωσης των εικόνων και το ευαγγελικό της ανάγνωσμα, μας προετοιμάζει και μας οδηγεί στη σημερινή Κυριακή, κατά την οποία καλούμαστε όχι απλώς να εμβαθύνουμε στη γνώση του περιεχομένου της πίστεώς μας, όσο και αν αυτό είναι απαραίτητο, αλλά επιπλέον να καλλιεργήσουμε την εμπειρική διάσταση της πίστεως, μέσα από την προσωπική μας κοινωνία με τον Χριστό.

Η ‘ψιλή’, δηλαδή η εγκεφαλική, θεωρητική πίστη, από μόνη της δεν οδηγεί στη σωτηρία.

Ακόμα και οι δαίμονες πιστεύουν, όπως διαβάζουμε στα Ευαγγέλια και στην Επιστολή του Ιακώβου. Απαιτείται, λοιπόν, επιπρόσθετα και η ένωση με τον Χριστό, η πνευματική θέα του προσώπου του, η κοινωνία μαζί του. Πώς όμως επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο; Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Χριστός στους μακαρισμούς: ‘μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται’. Θα δουν πραγματικά τον Θεό όσοι είναι καθαροί στην καρδιά. Πώς όμως ο άνθρωπος καθίσταται καθαρός στην καρδιά, ώστε να μπορέσει να δει τον Θεό;

Για να επέλθει η καθαρότης της καρδιάς απαιτούνται δύο πράγματα.

Το πρώτο είναι η ταπείνωση. ‘Ακάθαρτος παρά Θεώ πας υψηλοκάρδιος’, όπως διαβάζουμε στο δέκατο έκτο κεφάλαιο των Παροιμιών. Όποιος επαίρεται είναι ακάθαρτος. Δεν έχει δει και δεν πρόκειται ποτέ να δει τον Θεό. Η πραγματική εμπειρία του Θεού προϋποθέτει και επιφέρει όχι το αίσθημα της έπαρσης αλλά το αίσθημα της ταπείνωσης και της συντριβής.

Κατά τη δεύτερη εβδομάδα των νηστειών, που μόλις διανύσαμε, διαβάζουμε στους ναούς μας την περιγραφή του οράματος του Προφήτη Ησαΐα, ο οποίος είδε τον Θεό καθήμενο επί θρόνου υψηλού και επηρμένου να περιστοιχίζεται από αγγέλους που έψαλλαν ‘άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού’. Και τι έκανε τότε ο θεόπτης Ησαΐας; Μήπως υπερηφανεύτηκε; Μήπως θεώρησε ότι υπερέχει έναντι των άλλων ως ο κατ’ εξοχήν εκλεκτός του Θεού; Όχι. Αντιθέτως, αναφώνησε με συντριβή:  ‘Ω τάλας εγώ, ότι κατανένυγμαι˙ ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχων, εν  μέσω λαού ακάθαρτα χείλη έχοντος εγώ οικώ’. Και τότε μόνο τον καθάρισε ο Θεός από τις αμαρτίες του με τον άνθρακα της χάριτος και τον απέστειλε να κηρύξει στον λαό του.

Αντίστοιχη ήταν η αντίδραση του Αποστόλου Πέτρου κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης. Όπως διαβάζουμε στο πέμπτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, στις απαρχές της δημόσιας δράσης του ο Χριστός μπήκε στο πλοιάριο του Πέτρου και του έδωσε την εντολή να ανοιχτεί στη θάλασσα και να ρίξει και πάλι τα δίχτυα του. Ο Πέτρος, παρόλο που όλη τη νύχτα, κατά την οποία και μόνο αλιεύονται τα ψάρια, δεν είχε πιάσει τίποτα, ταπεινώνεται και υπακούει στην κατά τα φαινόμενα παράλογη εντολή του Χριστού. Και τότε – ω του θαύματος – τα δίχτυα του γεμίζουν με ψάρια. Τώρα ο Πέτρος αντιλαμβάνεται, τώρα βλέπει καθαρότερα και πληρέστερα ποιος είναι αυτός που βρίσκεται στο πλοιάριό του. Γνώριζε, βέβαια, ήδη τον Χριστό, είχε ήδη ακούσει τον λόγο του και είχε ήδη δει θαύματά του. Όπως μάλιστα διαβάζουμε στο προηγούμενο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου, ένα από τα θαύματα αυτά αφορούσε τη θεραπεία της πεθεράς του Πέτρου. Τώρα όμως υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά. Ο Πέτρος τώρα έχει ταπεινωθεί έμπρακτα, έχει δηλαδή υπακούσει σε μία κατά τα φαινόμενα παράλογη εντολή του Χριστού, που αφορούσε τη δική του τέχνη, την αλιεία. Και επιπλέον, έχει υποστεί τον κόπο που συνεπάγεται η εφαρμογή αυτής της φαινομενικά αλλόκοτης εντολής. Αυτό τον αλλοιώνει εσωτερικά, τον προετοιμάζει, και τον καθιστά ικανό να δει εναργέστερα αυτό, ή μάλλον αυτόν, που του αποκαλύπτεται, και που δεν μπορούσε να δει προηγουμένως. Καταλαμβάνεται λοιπόν από δέος, από θάμβος. Πέφτει συντετριμμένος στα πόδια του Χριστού και του λέει: ‘έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι Κύριε’. Σε παρακαλώ, Κύριε, φύγε μακριά μου, διότι είμαι αμαρτωλός και δεν αξίζω να βρίσκεσαι στο πλοιάριό μου. Και μετά τα λόγια του αυτά, λαμβάνει και εκείνος, όπως και ο Ησαΐας, την κλήση να καταστεί μαθητής και κήρυκας της αληθείας του.

Η πρώτη λοιπόν προϋπόθεση για να γευθεί κανείς την εμπειρία της πίστεως είναι η ταπείνωση. Η δεύτερη, είναι η θυσία.

Ο Πέτρος, στο παραπάνω περιστατικό, μετά την σωματικά και ψυχολογικά εξαντλητική και άκαρπη εμπειρία μιας ολόκληρης νύχτας, υποβάλλεται στον επιπλέον κόπο να ρίξει και πάλι τα δίχτυα του στη θάλασσα. Οι εντολές του Θεού συνεπάγονται κόπο και θυσίες, από τα οποία όμως προκύπτει πνευματική ευλογία. Κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό, κανείς δεν μπορεί να κάνει το βήμα από την θεωρητική πίστη στον Χριστό, στην εμπειρία της κοινωνίας μαζί του, εάν δεν είναι πρόθυμος να υποστεί τις θυσίες που απαιτεί μια γνήσια σχέση πιστότητας και αγάπης προς Εκείνον. Εάν η πίστη, στην οποία αναφερθήκαμε την προηγούμενη Κυριακή, αποτελεί τη βάση για την εμπειρική γνώση του Θεού, η άρση του προσωπικού μας σταυρού, στην οποία αναφέρεται το Ευαγγέλιο της ερχόμενης Κυριακής, αποτελεί το μέσον για την επίτευξή της. Χωρίς σταυρική ζωή ουδέποτε θα γνωρίσει κανείς τον Θεό. Η απόλαυση του φωτός της μεταμορφώσεως συνδέεται με την εμπειρία του σταυρού.

Σε τι όμως συνίσταται αυτή η άρση του σταυρού, για την οποία μας μιλάει ο ίδιος ο Κύριος;

Σε δύο πράγματα. Πρώτον, στον συνεχή και συνεπή αγώνα να εφαρμόσουμε τις εντολές του, που έρχονται σε αντίθεση με τις επιθυμίες, τις κλίσεις, και τα πάθη του παλαιού εαυτού μας. Στο να αλλάξουμε δηλαδή τρόπο ζωής με τη μετάνοια, στο να συμμορφωθούμε με το θέλημα του Θεού.

Αυτό ίσως να είναι δύσκολο, υπάρχει όμως κάτι ακόμα δυσκολότερο – και αυτό δεν είναι άλλο από την υπομονή στις θλίψεις και τις δοκιμασίες που για λόγους παιδαγωγικούς επιτρέπει ο Θεός στη ζωή μας. Οι θλίψεις αυτές μας δίνονται για να θυμόμαστε τον Θεό και για να παιδαγωγούμαστε, εφόσον, σύμφωνα με τον Προφήτη Ησαΐα, ‘Κύριε, εν θλίψει εμνήσθημέν σου˙ εν θλίψει μικρά η παιδεία σου ημίν’. Η πρόθυμη άρση του σταυρού των θλίψεων και των δυσκολιών που επιτρέπει η αγάπη του Θεού στη ζωή μας αποτελεί τον δρόμο για την εμπειρία της παρουσίας του. Όποιος είναι αληθινός μαθητής του Χριστού, υπομένει τον σταυρό που θα του θέσει στους ώμους ο Χριστός, χωρίς να ταράζεται, χωρίς να αγανακτεί, και χωρίς να γογγύζει. Δεν λησμονά ότι, όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος, ο Θεός δεν επιτρέπει ποτέ να δοκιμάσουμε πειρασμό που υπερβαίνει τις δυνάμεις μας, αλλά μαζί με τον πειρασμό μάς δίνει και τη δύναμη να τον αντέξουμε. Όποιος το πιστεύει αυτό και το γνωρίζει σηκώνει τον σταυρό του, όσο βαρύς και αν είναι, με υπομονή και χαρά. Έστω και εάν τον κυκλώνουν οι αδικίες, οι συκοφαντίες, οι κίνδυνοι, οι ασθένειες, ακόμα και ο ίδιος ο θάνατος, εκείνος αγωνίζεται, υπομένει, και ελπίζει. Και τότε νιώθει τη χάρη και τη δύναμη του Θεού. Και όταν οι δυσκολίες μοιάζουν ανυπόφορες και ανυπέρβλητες, τότε προσηλώνει το βλέμμα του στον εσταυρωμένο, που, αν και αναμάρτητος, έχυσε το αίμα του για μας επί του σταυρού, και αντλεί από εκείνον τη χάρη και τη δύναμη που απαιτούνται για να άρει τον σταυρό του έστω και για τη σημερινή ημέρα, η οποία άλλωστε ενδέχεται να είναι και η τελευταία του. Και εάν παραμείνει πιστός, τότε ο Θεός που του έδωσε τη δύναμη να αντέξει για σήμερα, θα του δώσει τη δύναμη να αντέξει και για αύριο, και ούτω καθεξής, μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του, όταν με χαρά θα εναποθέσει ενώπιον του Χριστού τον σταυρό του, δια της άρσεως του οποίου θα έχει αξιωθεί της ουρανίου βασιλείας και της αιωνίου θέας του Θεού.

Αυτή βέβαια η πορεία της ταπείνωσης και της θυσίας για την οποία μιλήσαμε παραπάνω δεν επιτυγχάνεται με τις ανθρώπινες δυνάμεις αλλά κυρίως με τη χάρη του Θεού, μέσω της μετοχής στη ζωή και στα μυστήρια της Εκκλησίας. Η ζωή του χριστιανού αρχίζει με το βάπτισμα. Προηγείται η κατήχηση και ακολουθεί η εμπειρία, η μετοχή στο μυστήριο του βαπτίσματος – όπως και στη Θεία Λειτουργία προηγούνται τα αναγνώσματα και έπεται η εμπειρία της μυστηριακής κοινωνίας του Θεού. Το βάπτισμα ονομάζεται και φώτισμα, και ο νεοβαπτισθείς ονομάζεται νεοφώτιστος. Στον νεοφώτιστο έχει αποκατασταθεί η τραυματισμένη από την αμαρτία δυνατότητα της πνευματικής όρασης. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί. Το βάπτισμα, όπως και η Θεία Ευχαριστία, αποτελούν μετοχή στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Αυτή όμως η μυστηριακή μετοχή στον σταυρό και την ανάσταση θα πρέπει να αντανακλάται και στη ζωή μας. Θα πρέπει ο χριστιανός να πεθαίνει, και κατά συνέπεια και να ανασταίνεται, καθημερινά, για να είναι σε κοινωνία με τον Θεό και για να μπορέσει να τον δει.

Πάνω σ’ αυτό το μοτίβο είναι δομημένη η περιγραφή ενός από τα επτά θαύματα που περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, και συγκεκριμένα το θαύμα της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού. Ο Χριστός στέλνει τον τυφλό να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, πράγμα που αποτελεί προτύπωση του βαπτίσματος. Εκεί ο τυφλός θεραπεύεται από την εκ γενετής τύφλωση, όπως και ο χριστιανός στην κολυμβήθρα του βαπτίσματος θεραπεύεται από την εκ γενετής ασθένεια της προπατορικής αμαρτίας. Ο τυφλός όμως δεν βλέπει τότε τον Χριστό, αλλά αργότερα. Θα πρέπει πρώτα να υποβληθεί σε πειρασμούς και να τους αντιμετωπίσει με πίστη. Οι Φαρισαίοι τον καλούν σε αλλεπάλληλες ανακρίσεις, τον χλευάζουν, και τον προτρέπουν να αρνηθεί τον Χριστό. Εκείνος όμως παραμένει σταθερός και τον ομολογεί. Και όταν οι Φαρισαίοι τον καθιστούν αποσυνάγωγο, του επιβάλλουν δηλαδή τον έσχατο και σχεδόν εξοντωτικό θρησκευτικό και κοινωνικό αποκλεισμό της εποχής, τότε ο Χριστός του φανερώνεται και τότε μόνο ο πρώην τυφλός τον βλέπει και τον προσκυνεί.

 

Τον 14ο αιώνα ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αντιμετώπισε μια τεράστια θεολογική και πνευματική πρόκληση. Οι θεολογικοί του αντίπαλοι υποστήριζαν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει εμπειρικά τον Θεό. Τι του απομένει λοιπόν; Η θεωρητική γνώση των αληθειών της Γραφής από τη μια, και η κοσμική γνώση, δηλαδή η φιλοσοφία και η επιστήμη, από την άλλη. Οι αντίπαλοι του Παλαμά θεωρούσαν ότι η φιλοσοφία και η επιστημονική γνώση του κόσμου είναι απαραίτητες για τη σωτηρία μας, διότι μέσω αυτών ο άνθρωπος καθαίρεται από το σκοτάδι της άγνοιας, γνωρίζει τα μυστικά της φυσικής δημιουργίας, και μέσω αυτής γνωρίζει καλύτερα και τον θείο νου, που την δημιούργησε.

Ο Παλαμάς, χωρίς να υποβαθμίζει την όποια σημασία της κοσμικής γνώσης, έκανε την κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στη φυσική και την πνευματική γνώση. Η επιστημονική γνώση ανήκει στην τάξη της φύσεως. Ακόμα και ένας αμαρτωλός, ακόμα και ένας άθεος, μπορεί να είναι προικισμένος με τα φυσικά εκείνα χαρίσματα, λ.χ. την εργατικότητα και τη νοημοσύνη, που θα του επιτρέψουν να καταστεί μεγάλος επιστήμονας. Αυτό όμως αφορά αποκλειστικά και μόνο τη γνώση της φύσης και του κόσμου. Η γνώση του Θεού είναι μια πολύ διαφορετική υπόθεση. Η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό με βάση τις δικές της δυνάμεις. ‘Ουδείς επιγιγνώσκει τον Πατέρα ειμή ο Υιός και ω εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι’ όπως αναφέρεται στο  επονομαζόμενο ‘ιωάννειο λόγιο’ του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Εδώ δεν αρκούν τα φυσικά δώρα, απαιτούνται δώρα πνευματικά, απαιτείται η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Η μεγαλοφυΐα και η αγιότητα είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Η γνώση του κόσμου επιτυγχάνεται με το πρώτο, η εμπειρική γνώση του Θεού χαρίζεται μέσω του δεύτερου. Με τη διδασκαλία του ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπερασπίστηκε θεολογικά την εμπειρία της θέας του ακτίστου θείου φωτός, που απολάμβαναν διακεκριμένοι ησυχαστές της εποχής του. Υπερασπίστηκε όμως και όλες τις μορφές εμπειρίας του Θεού που δοκιμάζει κάθε χριστιανός, ο οποίος αγωνίζεται με ταπείνωση και προγεύεται εμπειρικά τη χάρη, τη χαρά, την ευλογία, και τη δύναμη του Χριστού, που είναι παρών στην καρδιά του και στη ζωή του.

 

Από την εποχή του Αγίου Γρηγορία του Παλαμά μας χωρίζουν επτά περίπου αιώνες. Η κοπερνίκεια στροφή από τον θεοκεντρισμό του χριστιανικού βυζαντίου στον κοσμοκεντρισμό και τον ανθρωποκεντρισμό που άρχισε να αναδύεται στη δυτική Ευρώπη στα χρόνια του Παλαμά, απηχείτο στη θεολογία των αντιπάλων του Παλαμά. Στον χώρο του δυτικού πολιτισμού, οι επίγονοι των αντιπάλων του Παλαμά φαίνεται να έχουν κερδίσει τη μάχη. Ο δυτικός πολιτισμός έχει να παρουσιάσει εντυπωσιακά επιτεύγματα, στον χώρο της ιατρικής, των φυσικών επιστημών, των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών, των οπλικών συστημάτων, της τέχνης, και σε τόσους άλλους τομείς. Είναι συγκρίσιμος, και από πολλές απόψεις ανώτερος, από τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας, στο περιβάλλον του οποίου η χριστιανική Εκκλησία έκανε τα πρώτα της βήματα.

Ωστόσο, ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, παρά το όποιο μεγαλείο του, υπέφερε εσωτερικά από μια βαθύτατη πνευματική κρίση, την οποία ο Απόστολος Παύλος περιγράφει στα πρώτα κεφάλαια της προς Ρωμαίους Επιστολής. Η πρωτεύουσά του, η Αθήνα, ήταν ‘κατείδωλος’, ήταν, δηλαδή, γεμάτη από τα είδωλα ψευδών θεοτήτων – δεν είχε γνωρίσει ακόμη τον άγνωστο Θεό, που ο Παύλος επρόκειτο να κηρύξει. Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν απέρριψαν αλλά εκχριστιάνισαν, βάπτισαν, μεταμόρφωσαν αυτόν τον πολιτισμό. Προσέφεραν την πνοή της ζωής, την αύρα του Αγίου Πνεύματος, την εμπειρία της κοινωνίας του όντως Θεού σε έναν κόσμο που κατέρρεε, παρά τον υψηλό πολιτισμό του.

Οι αναλογίες και οι προκλήσεις ισχύουν και για σήμερα. Και σήμερα ο πολιτισμός μας δεν είναι σε θέση να δώσει στον άνθρωπο ζωή. Τα επιτεύγματά του γίνονται πολλές φορές τα σύγχρονα είδωλα που κοσμούν τις μεγαλουπόλεις μας.

Τι καλείται να προσφέρει η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξη Εκκλησία, στον σύγχρονο κόσμο; Το έν, ου εστι χρεία, την κοινωνία του Θεού, δηλαδή την εσωτερική, ουσιαστική μεταμόρφωση του ανθρώπου. Η Εκκλησία καλείται να προσκομίσει τον σύγχρονο άνθρωπο, ως άλλο παραλυτικό φερόμενο υπό τεσσάρων, ενώπιον του Χριστού, για να λάβει από αυτόν τη δύναμη της όντως ζωής. Αυτό θα καταξιώσει και την όποια αξία των πολιτιστικών μας επιτευγμάτων, που χωρίς τον Θεό θα καταστούν ανθρωποκτόνα, όπως τόσες φορές συνέβη στην ιστορία των ‘πολιτισμένων’ λαών και μάλιστα κατά τον παρελθόντα αιώνα.

Μέσα σ’ αυτή την πορεία της Εκκλησίας ως ζύμης που καλείται να ζυμώσει όλο το φύραμα του κόσμου εντασσόμαστε κι εμείς, ο καθένας από μας ως πρόσωπο, και όλοι μαζί ως κοινότητα των μαθητών του Χριστού. Αφηνόμαστε στα χέρια του Θεού, ζητάμε τη χάρη του και το έλεός του. Γνωρίζουμε ότι ο Θεός μας δεν είναι Θεός νεκρών αλλά ζώντων. Γνωρίζουμε ότι είναι Εμμανουήλ, δηλαδή Θεός μεθ’ ημών. Γευόμαστε την παρουσία του και έχουμε τον πόθο να αντικρύσουμε το πρόσωπό του. Αγωνιζόμαστε να μην ξεχνάμε τις ευεργεσίες του και να ελπίζουμε στις υποσχέσεις του. Και εκείνος παραμένει, όπως πάντοτε, πιστός στη διαθήκη με τον λαό του: ‘Και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν’.

π. Δημήτριος Μπαθρέλλος


* Εκφωνήθηκε στον Κατανυκτικό Εσπερινό της Β’ Κυριακής των Νηστειών (Αγίου Γρηγορίου Παλαμά) 12.3.2017