Αν θελήσουμε να μιλάμε με όρους ψυχιατρικής ορολογίας η κατάθλιψη είναι μια διαταραχή της διάθεσης. Πως διακρίνεται όμως μια «φυσιολογική» καταθλιπτική διάθεση από την κατάθλιψη ως διαταραχή;Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάποια χαρακτηριστικά που δείχνουν ότι μια καταθλιπτική διάθεση τείνει στην παθολογική πλευρά είναι η ένταση και διάρκεια του καταθλιπτικού συναισθήματος. Η ελάχιστη διάρκεια που χρειάζεται για να ορίσουμε ένα επεισόδιο μείζονος κατάθλιψης είναι δύο εβδομάδες. Άλλο στοιχείο διάκρισης είναι η ένταση στα συμπτώματα. Στην κατάθλιψη επηρεάζεται ο ύπνος, μπορεί να εμφανιστεί αϋπνία ή αντίθετα υπερυπνία, κάποιος δυσκολεύεται να σηκωθεί από το κρεββάτι του,κοιμάται πολλές ώρες χωρίς να έχει διάθεση να κάνει το οτιδήποτε. Η πρώιμη αφύπνιση είναι ένα χαρακτηριστικό σημείο της κατάθλιψης, η έγερση δηλαδή ώρες πριν την επιθυμητή ώρα αφύπνισης. Άλλα χαρακτηριστικά της κατάθλιψης είναι η αλλαγή της όρεξης για φαγητό, άλλα άτομα έχουν τάση για ανορεξία, ενώ άλλα καταφεύγουν στην υπερφαγία.  Οι δυσκολίες στη μνήμη, η απώλεια της ενεργητικότητας με την εύκολη κόπωση, η ελάττωση της σεξουαλικής διάθεσης, η ψυχοκινητική επιβράδυνση, η παραμέληση της φροντίδας της εμφάνισης, η έκπτωση στην επαγγελματική και κοινωνική λειτουργικότητα είναι στοιχεία που δείχνουν πως η διάθεση ενός ατόμου είναι καταθλιπτική. Ένα καταθλιπτικό επεισόδιο χαρακτηρίζεται από σκέψεις αυτομομφής, ενώ η διαταραχή κρίνεται πολύ σοβαρή όταν υπάρξουν ιδέες αυτοκτονίας, ή όταν συνυπάρχουν σκέψεις απειλητικές μηδενιστικές προς τον εαυτό. Σκέψεις επίσης υποχονδριακές όπως επίμονοι φόβοι ότι κάποιος έχει π.χ. καρκίνο, μπορεί να υποκρύπτουν κατάθλιψη. Ενώ συχνά ατυχήματα, ως περάσματα στην πράξη αποτελούν εκδηλώσεις μιας καταθλιπτικής διάθεσης. Είναι σημαντικό επομένως κάθε επεισόδιο κατάθλιψης να βρίσκει τη λύση του μέσα από την ψυχοθεραπεία, την κατανόηση της αιτίας που οδήγησε σε αυτό και τον επαναπροσδιορισμό της θέσης του υποκειμένου μέσα από το λόγο, μέσα από την ψυχανάλυση.  
                                                                       
ΨΥΧΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ – ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ 

 Κλινικές μελέτες για την κατάθλιψη έχουν δείξει ότι σημαντικό ρόλο στην εκδήλωσή της έχει η παρουσία στρεσογόνων παραγόντων. Υπάρχει κληρονομική ευαλωτότητα που εκδηλώνεται ωστόσο όταν υπάρξει κάποιος στρεσογόνος παράγοντας. Οι πιο ισχυροί στρεσογόνοι παράγοντες είναι ο θάνατος ενός στενού συγγενούς, η κακοποίηση, τα σοβαρά οικογενειακά προβλήματα και ο χωρισμός ή το διαζύγιο. Ωστόσο υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι πρώιμες εμπειρίες κακοποίησης, παραμέλησης ή αποχωρισμών μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα μια νευροβιολογική ευαισθησία που δημιουργεί μια προδιάθεση στην εκδήλωση κατάθλιψης στην ενήλικο ζωή.

Στο κλασικό κείμενό του «Πένθος ή Μελαγχολία», ο Freud, ο πατέρας της ψυχανάλυσης, διαφοροποίησε το πένθος από τη μελαγχολική κατάθλιψη. Στο πένθος ο προκλητικός παράγοντας είναι η πραγματική απώλεια μιας σημαντικής μορφής. Στη μελαγχολία, αντίθετα, το απολεσθέν αντικείμενο είναι συναισθηματικό μάλλον, παρά πραγματικό. Επιπλέον, ο μελαγχολικός ασθενής αισθάνεται μια βαθιά απώλεια της αυτοεκτίμησης, που συνοδεύεται από αυτομομφή και ενοχή, ενώ ο πενθών διατηρεί αρκετά σταθερή την αίσθηση της αυτοεκτίμησης. Ο Freud απέδωσε την εκσεσημασμένη αυτό-υποτίμηση, κοινή στους ασθενείς με κατάθλιψη, ως αποτέλεσμα θυμού που στρέφεται προς τα έσω. Πιο συγκεκριμένα, η οργή κατευθύνεται προς τα έσω επειδή ο εαυτός του ασθενούς έχει ταυτιστεί με το απωλεσθέν αντικείμενο. Αυτή η ενδοβολή μπορεί να είναι ο μόνος τρόπος που το Εγώ έχει να αποχωριστεί ένα αντικείμενο. Οι ασθενείς με μελαγχολία έχουν ένα ιδιαίτερα αυστηρό Υπερεγώ, που συμβάλλει στα αισθήματα ενοχής που τρέφουν, καθώς είχαν δείξει επιθετικότητα απέναντι στους αγαπημένους τους.

Σύμφωνα με την Klein οι καταθλιπτικοί ασθενείς ανησυχούν απεγνωσμένα μήπως έχουν καταστρέψει τα καλά αντικείμενα αγάπης μέσα τους με την ίδια τους την απληστία και καταστροφικότητα. Ως συνέπεια αυτής της καταστροφής αισθάνονται ότι καταδιώκονται από τα εναπομείναντα μισητά κακά αντικείμενα.

Στο πένθος θα λέγαμε ότι υπάρχουν δυο πράγματα που δυσκολεύουν. Το ένα είναι η πραγματική απώλεια του προσώπου, αλλά και ένα δεύτερο η απώλεια της θέσης απόλαυσης (κατά τον Λακάν) που είχε το άτομο για αυτό το πρόσωπο, πχ το να είναι το αντικείμενο της αγάπης του.