Επομένως το δίλημμα δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί. Το πρόβλημα είναι: πώς μπορεί να κάνει κανείς δεκτή την Αγία Τριάδα χωρίς να αμφισβητήσει την Μονοθεϊα;

Άλλο στοιχείο της βιβλικής εννοίας περί Θεού, κάτω απ’ αυτό που ονομάσαμε ιστορικό χαρακτήρα της αποκαλύψεως του Θεού, είναι ότι ο βιβλικός Θεός φανερώνεται κυρίως δια των εντολών Του και της τηρήσεώς των από τον άνθρωπο. Για τον Εβραίο η αλήθεια γενικά αλλά και ειδικά η πίστη στον Θεό δεν είναι κάτι θεωρητικό ούτε προέρχεται, όπως είπαμε, θεωρητικά από τη μελέτη του κόσμου. Προέρχεται από τη μελέτη της ιστορίας, σαφώς, και προέρχεται από την εμπειρία ενός Όντος, το οποίο θέτει ένα Νόμο προς τήρηση. Και η ανταπόκριση σ’ αυτόν τον νόμο, η υπακοή σ’ αυτόν τον νόμο, συνιστά την συνάντηση με τον Θεό.

Όλα αυτά είναι μέσα στη βιβλική αντίληψη περί Θεού, την Παλαιοδιαθηκική αντίληψη περί Θεού.

Τώρα, όπως σας είπα, ο Ιησούς εισάγει ορισμένα νέα στοιχεία τα οποία δεν αναιρούν, ούτε εισάγονται για να αναιρέσουν την Εβραϊκής αντίληψη περί Θεού. Ουδέποτε ο Χριστός υπενίχθη ότι οι Εβραίοι της εποχής Του δεν πιστεύουν στον αληθινό Θεό. Ο Ίδιος πιστεύει στον ίδιο Θεό με εκείνους. Η διαφορά βρίσκεται μεταξύ α) της στάσεως που θα έπαιρνε κανείς ως προς τους Εβραίους στην περίπτωση αυτή και β) της στάσεως που θα έπαιρνε κανείς ως προς τους ειδωλολάτρες. Στους ειδωλολάτρες οι θεοί είναι ψεύτικοι. Δεν υπάρχουν, δεν είναι αληθινοί θεοί. Εδώ είναι ο αληθινός Θεός των ιδίων Πατέρων, τους οποίους πιστεύουν, τους οποίους δέχονται και Ιουδαίοι της εποχής Του. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένες αξιώσεις που προβάλλει ο Χριστός ως προς το δικό Του Πρόσωπο, αυτομάτως οδηγούν σε αναθεώρηση, όχι ριζική, αλλά εν πάση περιπτώσει σε κάποια αναθεώρηση της ιδέας περί Θεού που είχαν οι Εβραίοι της εποχής Του. Έτσι εξηγείται και η σύγκρουση με τους Εβραίους της εποχής Του. Αλλά από άποψη Χριστιανική είναι δεδομένο ότι οι αξιώσεις που προέβαλλε ο Χριστός ως προς το Πρόσωπό Του γίνονται δεκτές. Δεν είναι το θέμα μας να συζητήσουμε εάν όντως πρέπει να γίνουν ή δεν πρέπει να γίνουν δεκτές. Έγιναν δεκτές από ορισμένους ανθρώπους, από τους μαθητές, από τις κοινότητες που έγραψαν και την Καινή Διαθήκη και στη συνέχεια από την Εκκλησία η οποία διεμόρφωσε το Δόγμα περί Θεού των Χριστιανών. Συνεπώς δεν είναι το πρόβλημά μας εάν καλώς ή κακώς οι αξιώσεις αυτές έγιναν δεκτές. Το πρόβλημά μας, το θέμα μας είναι ότι έγιναν δεκτές και από τη στιγμή που έγιναν δεκτές, δημιουργήθηκε αμέσως το ερώτημα: «τώρα ο Θεός πώς μοιάζει;» Είναι πράγματι η ίδια έννοια περί Θεού ή έχουμε ριζική αλλαγή; Επαναλαμβάνω ριζική αλλαγή ούτε ο Ίδιος ο Χριστός είχε πρόθεση να εισαγάγει. Μάλλον είναι η ολοκλήρωση της Παλαιοδιαθηκικής ιδέας περί Θεού με τη μορφή των αξιώσεων τις οποίες προβάλλει για τον Εαυτό Του. Αλλά πρέπει να δούμε από κοντά τις αξιώσεις αυτές.

Πρώτη αξίωση είναι ότι προβάλλει ο Χριστός μια ιδιαίτερη και μάλιστα αποκλειστική σχέση Υιότητος με τον Θεό.

Καλεί τον Θεό Πατέρα Του και όχι πατέρα με την έννοια που τον καλεί ο καθένας, αλλά με μια έννοια μοναδική. Και οι βιβλικοί ερευνητές, σήμερα έχουν τονίσει ιδιαίτερα τη σημασία της λέξεως «αββά», «αββά ο Πατήρ». Είναι λέξη αραμαϊκή, την οποία ο Χριστός χρησιμοποιούσε στις σνομιλίες Του με τον Θεό, με τον Πατέρα. Η λέξη αυτή έχει κατά τους εξηγητές μια ιδιάζουσα σημασία στενής προσωπικής σχέσεως, ειδικής προσωπικής σχέσεως. Συνεπώς με την αξίωση αυτή, φέρνει ο Χριστός τον Εαυτό Του σε μια σχέση με το Θεό διαφορετική από τη σχέση που έχουν οι άνθρωποι με το Θεό και ο άλλοι Εβραίοι. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που εισάγει και το οποίο, όπως θα δούμε, οδηγεί στην τροποποίηση της βιβλικής εννοίας περί Θεού.

Το Δεύτερο είναι η αξίωσή Του ότι ενσαρκώνει Αυτός την τελική πράξη του Θεού στην ιστορία.

Σας είπα προηγουμένως ότι για τον Εβραίο ο Θεός αποκαλύπτεται στην ιστορική ενέργειά Του και όχι στη φυσική ενέργειά Του. Προσέξτε, οι ενέργειες του Θεού σε διάκριση από τη φύση του Θεού που αναπτύσσονται αργότερα στην Πατερική Θεολογία έχουν ήδη υπ’ όψη τους το Ελληνικό ενδιαφέρον για την κοσμολογία, το οποίο ο Εβραίος δεν το έχει. Είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε αυτές τις λεπτές διακρίσεις σαν επιστήμονες. Διότι είναι απλά και εύκολα να λέμε ότι κάναμε Δογματική βάζοντας όλες τις πληροφορίες σε ένα τσουβάλι και βγάζοντας ό,τι θέλουμε απ’ εκεί. Για τον Εβραίο, οι ενέργειες του Θεού ήταν ενέργειες ιστορικές και όχι ενέργειες φυσικές. Αμέσως ο Εβραίος θα υποψιαζόταν ειδωλολατρεία αν του έλεγε κανείς για ενέργειες φυσικές. Εν πάση περιπτώσει, το λέω αυτό για να έρθω στο σημείο το καίριο, ότι για τους Εβραίους της εποχής Του, ο Χριστός προβάλλει την αξίωση ότι αυτός είναι ο «υιός του ανθρώπου» που όπως ξέρετε στην Αποκαλυπτική της εποχής εκείνης την οποίαν συμμερίζοντο οι ακροατές Του και ο ίδιος ο Χριστός, ο «υιός του ανθρώπου» είναι εκείνος που θα φέρει το τέλος της ιστορίας, την τελική κρίση της ιστορίας την οποία για τον Εβραίο μόνο ο Θεός μπορεί να φέρει, μόνο ο Θεός μπορεί να κρίνει τελικά, τελεσίδικα στην πορεία της ιστορίας. Και η κρίση αυτή του Θεού δίδεται στον «υιό του ανθρώπου», (στο βιβλίο του Δανιήλ αναπτύσσεται αυτό και μετά στον Ενώχ και όλο αυτό είναι μέσα στα Ευαγγέλια: «όταν έλθη ο υιός του ανθρώπου και καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού»).

Ο υιός του ανθρώπου είναι αυτός που κάνει την κρίση. Επειδή για τον Εβραίο την τελική κρίση την κάνει μόνο ο Θεός, αυτός ο «υιός του ανθρώπου» είναι η ενσάρκωση της Θείας παρουσίας του Θεού στην ιστορία. Δεν μπορεί να κρίνει την ιστορία άνθρωπος, αλλά τελικά, μόνον ο Θεός. Και τον Θεό όμως ο Εβραίος δεν περιμένει να Τον δει. Είναι η υπερβατικότητα του Θεού. Εμφανίζεται ο Θεός με την μορφή του «υιού του  ανθρώπου» με την πράξη της κρίσεως της ιστορίας την τελική.

Όταν ο Χριστός ταυτίζει τον Εαυτό Του με τον «υιό του ανθρώπου», (πολλοί εξηγητές αμφιβάλλουν σήμερα εάν ο Χριστός εταύτιζε όντως Τον Εαυτό Του με τον υιό του ανθρώπου, ή τον εταύτισε η Εκκλησία μετά. Νομίζω, σαφώς εταύτιζε Τον Εαυτό Του ο Χριστός με τον Υιό του Ανθρώπου, αλλά δεν είναι το θέμα μας αυτό. Σημασία έχει ότι ταυτίσθηκε κάποτε και ταυτίστηκε βασικά με την Ανάσταση, με την πίστη στην Ανάσταση). Από εκείνη τη στιγμή δημιουργείται για το Πρόσωπο του Χριστού μια σχέση ειδική με τον Θεό, η οποία δημιουργεί αμέσως την ανάγκη να ξανακοιτάξουμε την έννοια του Θεού, στο φως τώρα, αυτών των δεδομένων. Δηλαδή ενός Προσώπου όπως ο Χριστός, ο οποίος ισχυρίζεται ότι αυτός θα κρίνει τελικά την ιστορία.

Με αυτά τα δεδομένα προχωρεί η πρώτη Εκκλησία αναπόφευκτα σε κάποια τροποποίηση της Εβραϊκής αντίληψης περί Θεού.

Και αυτές τις πολύ λεπτές διακρίσεις θα πρέπει να τις έχουμε υπ’ όψιν, για να δούμε πώς το Δόγμα περί Θεού φθάνει εκεί που έφθασε με τους Πατέρες. Προσέξτε αυτές τις λεπτές διακρίσεις, τα λεπτά βήματα που γίνονται. Το κήρυγμα της Αναστάσεως του Χριστού αυτομάτως σημαίνει ότι ταυτίζεται ο Ιησούς Χριστός στην συνείδηση των πρώτων πιστών, με τον εσχατολογικό υιό του ανθρώπου, δηλαδή με αυτόν τον ίδιο τον Θεό, ενεργούντα τελεσίδικα στην ιστορία. Στο σημείο αυτό προστίθεται το γεγονός ότι αυτός ο εσχατολογικός υιός του ανθρώπου, που είναι πλέον ο Χριστός με την Ανάστασή Του, αναμένεται να επανέλθει σύντομα για να πραγματοποιήσει αυτή την τελική κρίση της ιστορίας.

Ως εκεί το πρόβλημα δεν είναι και τόσο οξύ ως προς την έννοια περί Θεού. Οξύνεται όταν η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού καθυστερεί – και η Καινή Διαθήκη είναι καθρέπτης αυτής της κατάστασης. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μη δει εκεί μέσα όλο τον προβληματισμό των πρώτων Χριστιανών, που οφείλεται στην καθυστέρηση της Δευτέρας Παρουσίας. Αυτό θέτει αμέσως το ερώτημα: Πού είναι τώρα ο Χριστός, ώσπου να ξαναέλθει στην τελική Κρίση; Ποια είναι η θέση Του τώρα; Ποια η σχέση Του με το Θεό; Και η απάντηση στο ερώτημα αυτό, έρχεται με την Χριστολογία της Αναλήψεως του Χριστού, και της εγκαταστάσεώς Του εκ δεξιών Του Θεού. Με βάση τον 110ο Ψαλμό, «Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου κάθου εξ δεξιών μου…», αναπτύχθηκε η πρώτη Χριστολογία, η οποία ετοποθέτησε Τον Χριστό εκ δεξιών Του Πατρός μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η Τελική Κρίση. Αλλά αυτό δημιούργησε αμέσως την εξής υπαρξιακή κατάσταση:

Αυτός ο Χριστός, ο οποίος κάθεται τώρα εκ δεξιών Του Πατρός, με βάση τον 110ο Ψαλμό, απολάβει ορισμένων προνομίων τα οποία για τον Εβραίο ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στον Θεό. Προσέξτε δύο βασικά προνόμια. Πρώτον, λατρεία. «Παν γόνυ κάμψει επιγείων και επουρανίων…». Δεν μπορεί ένας Εβραίος να κάμψει γόνυ λατρευτικά, προ δημιουργήματος, προ κτίσματος, είναι εντελώς αδύνατο. Έρχεται τώρα ένα άλλο Πρόσωπο, που κάθεται δίπλα στο Πρόσωπο του ενός Πατρός, του Πατρός του Αβραάμ, Ισαάκ, και Ιακώβ, του Θεού του μοναδικού, και αξιώνει ή λαμβάνει εν πάση περιπτώσει προσκύνηση και λατρεία.

Δεύτερο στοιχείο πάλι υπαρξιακό, είναι ότι αυτό το Πρόσωπο αξιώνει και λαμβάνει τέτοια αφοσίωση, ώστε να απαιτεί την θυσία και της ίδιας της ζωής με το μαρτύριο.

Μόνο ο Θεός μπορεί να έχει αυτές τις αξιώσεις. Επομένως το ερώτημα του τι είναι αυτός ο Χριστός εν πάση περιπτώσει, αμέσως συνεπιφέρει το ερώτημα: τι γίνεται με την ιδέα περί του Θεού. Πώς είναι και ο ίδιος ο Θεός που πιστεύαμε, όταν υπάρχει και αυτό το Πρόσωπο με αυτές τις αξιώσεις που είναι απόλυτες και ταιριάζουν μόνο στον Θεό;

Αυτή η καθυστέρηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού προσθέτει τώρα και ένα τρίτο στοιχείο. Δεν θέτει μόνο το ερώτημα: «πού είναι τώρα ο Χριστός;», αλλά θέτει και το ερώτημα: «Ποια είναι η σχέση μας τώρα με τον Θεό, ώσπου να έλθει πάλι ο Χριστός;» Δηλαδή ο άνθρωπος πώς βιώνει τη σχέση του με το Θεό τώρα. Τώρα που ο Χριστός κάθεται εκ δεξιών του Θεού στους ουρανούς.

Στο καίριο αυτό υπαρξιακό ερώτημα έρχεται η απάντηση του άλλου Παρακλήτου. Δηλαδή όπως αναλύεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο «ουκ αφήσω υμάς ορφανούς». Εγώ φεύγω μεν, δεν είμαι εδώ, λέγει ο Χριστός, είμαι εκ δεξιών του Θεού αλλά ο Πατήρ «άλλον Παράκλητον πέμψει, το Πνεύμα της αληθείας, ό παρά του Πατρός εκπορεύεται». Επομένως αρχίζει ως εμπειρία ατής της νέας σχέσεως με το Θεό, μετά την Ανάληψη του Χριστού, να έρχεται στο προσκήνιο ένα τρίτο Πρόσωπο. Ένα Πρόσωπο το Οποίο κάνει, όπως και ο Χριστός, πραγματική την παρουσία του ίδιου του Θεού. Δηλαδή κάνει πράγματα, τα οποία μόνο ο Θεός μπορεί να κάνει. Τα θαύματα, τα χαρίσματα, όλα αυτά ενεργούνται λόγω του Αγίου Πνεύματος. Επομένως οι πρώτοι πιστοί είναι υποχρεωμένοι μέσα στην έννοια περί Θεού, κατά κάποιο τρόπο να βρουν μια θέση και γι’ αυτήν την πραγματικότητα την υπαρξιακή, την εμπειρική. Διότι ο Θεός τώρα πλέον ενεργεί ως κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Επομένως ο Χριστός εμφανίζεται ως αυτή η κοινωνία που περιλαμβάνει την κοινότητα της Εκκλησίας και όλα τα χαρίσματα που περιέχει αυτή η κοινότητα, επειδή όλα αυτά δεν μπορεί να αποδοθούν σε ένα δημιούργημα.

Για την Εβραϊκή σκέψη τίθεται επομένως το ερώτημα, εάν μπορούμε πλέον μετά από όλα αυτά να αναφερόμαστε στον Θεό, στο Όν αυτό, που ονόμαζαν οι Εβραίοι Θεό, χωρίς συγχρόνως, αυτομάτως, να αναφερόμαστε και στα άλλα δύο Πρόσωπα: Στον Χριστό, που ονόμασε τον Εαυτό Του «Υιό του Θεού» με ένα ειδικό τρόπο, και στο Άγιο Πνεύμα, το Οποίο αντικαθιστά ή πραγματοποιεί την παρουσία Του Χριστού μ’ αυτό τον ειδικό τρόπο, της κοινωνίας Του Πνεύματος στην ιστορία.

♦Κι έτσι οδηγείται η Εκκλησία με τη βοήθεια υπαρξιακών εμπειριών, στην Τριαδική διατύπωση πίστεως στον Πατέρα, στον Υιό, και στο Άγιο Πνεύμα συγχρόνως. Αυτή η Τριαδική διατύπωση γίνεται πλέον μια αναπόφευκτη μορφή αναφοράς στον Θεό για τους Χριστιανούς, για τους λόγους τους οποίους σας εξήγησα. Αυτές οι διεργασίες που γίνονται μέσα στην ιστορία είναι βασικά εμπειρικές, δεν είναι καθόλου διανοητικές. Έχεις να κάνεις με ορισμένα πρόσωπα σαν τον Χριστό, που δημιουργούν καταστάσεις υπαρξιακές, οπότε απορρίπτεις – και δικαίωμά σου είναι – αυτές τις αξιώσεις Του Χριστού και μένεις μετά σαν Εβραίος με έναν Θεό, (ο οποίος θα δούμε μετά τι προβλήματα παρουσιάζει και ο οποίος δεν είναι ο Τριαδικός Θεός), ή θα εισαγάγεις την Τριαδική αυτή FORMULA κατ’ ανάγκην πλέον, εφ’ όσον δέχθηκες τις αξιώσεις του Χριστού.♦

Αυτή λοιπόν η τριαδική formula η οποία ξεπηδάει στην ιστορία μέσα απ’ τις προϋποθέσεις που σας ανέλυσα, εμφανίζεται σαφώς στην Καινή Διαθήκη και έχει τρεις μορφές. Οι δύο είναι σαφώς υπαρξιακές. Η μία είναι η βαπτισματική μορφή. Η πίστη στον Θεό η οποία απαιτείται για το Βάπτισμα, περιλαμβάνει πίστη ή αναφορά στον Θεό όχι ως άτομο αλλά σαν αυτή την Αγία Τριάδα. Στο τέλος του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου έχουμε σαφή αναφορά στην εντολή του Χριστού «βαπτίζοντες εις το όνομα του Πατρός και Του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». (Ίσως γνωρίζετε από την ιστορία ή την Καινή Διαθήκη, ότι η αναφορά αυτή στην Αγία Τριάδα στο τέλος του κατά Ματθαίον, θεωρείται ότι δεν είναι γνήσια αλλά είναι μεταγενέστερη με βάση ορισμένα επιχειρήματα ότι σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, τις μαρτυρίες που έχουμε εκεί, το Βάπτισμα γινόταν στο όνομα του Χριστού και όχι της Αγίας Τριάδος. Η πρώτη σαφής μαρτυρία που έχουμε για Βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδος είναι στον Ιουστίνο. Αλλά σημασία δεν έχει εάν εγίνετο στο όνομα της Αγίας Τριάδος το Βάπτισμα. Σημασία έχει ότι η μορφή αυτή είναι παρούσα σε όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και μάλιστα στις Επιστολές του Παύλου, και έφθασε από τη βαπτισματική εμπειρία, στο σημείο να περιληφθεί μέσα στην βαπτισματική αναφορά στον Θεό).

Η άλλη μορφή στην οποία παρουσιάζεται, είναι η ευχαριστιακή μορφή.

Και αυτό είναι επίσης πολύ βασικό και το βλέπουμε σαφώς στο τέλος των Επιστολών του Παύλου, ιδίως στην κατάληξη της Β΄ Κορινθίους 13, με τη γνωστή μορφή: «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών». Όπως απέδειξαν οι έρευνες, αυτή η μορφή με την οποία τελειώνουν οι Επιστολές του Παύλου, αποτελούσε την έναρξη της Ευχαριστιακής Λειτουργίας στις πρώτες Εκκλησίες, στην αρχαία Εκκλησία, και συνεπώς πρέπει να τη θεωρήσουμε ως ευχαριστιακή formula. Με άλλα λόγια η Θεία Ευχαριστία συνδέθηκε απ’ την αρχή με την Τριαδική formula.

Η τρίτη μορφή είναι η θεολογική, με την ευρύτερη έννοια, την οποία βλέπουμε στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και στον Απόστολο Παύλο. Δεν θα απασχοληθούμε με χωρία. Είναι σαφές ότι η αναφορά στον Πατέρα στον Υιό και στο Άγιο  Πνεύμα συγχρόνως, είναι κεντρική και στον Απόστολο Παύλο και στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

Συνεπώς αρχίζει πλέον μια θεολογία περί αυτών των τριών Προσώπων. Η θεολογία όμως περί των τριών Προσώπων δεν εμφανίζεται σαν πρόβλημα πριν φθάσουμε στην κατ’ εξοχήν, κυρίως Πατερική περίοδο. Και η Πατερική περίοδος, για μεν την Εκκλησιαστική Γραμματολογία αρχίζει με τους Αποστολικούς Πατέρες, από δε θεολογικής Δογματικής πλευράς, αρχίζει ουσιαστικά με τους Απολογητάς τον Β΄ Αιώνα, διότι τότε πλέον αρχίζουν να τίθενται Ελληνικά ερωτήματα, τα Ελληνικού τύπου ερωτήματα ως προς την πίστη περί Θεού.

Και το ερώτημα ελληνικού τύπου, το οποίο κυριαρχεί από τον Β΄ αιώνα και πέρα είναι το εξής: «Εάν βαπτιζόμεθα, όπως εβαπτίζοντο όλοι οι Χριστιανοί τότε, στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, τι συμβαίνει τότε με την πίστη μας στον Ένα Θεό, τον οποίο δέχεται η Βίβλος; Είναι ένα σοβαρό ερώτημα και το ονομάζω Ελληνικό ερώτημα, διότι ο Εβραίος δεν θα το σκεφτόταν, αλλά ο Έλληνας θέλει να ξέρει εάν η φύση (διότι αυτό είναι το Ελληνικό ερώτημα, για τη φύση των όντων), αυτών των Προσώπων ταυτίζεται με τη φύση του Θεού ή είναι κάτι διαφορετικό. Και αρχίζουν συνεπώς τρομερά διλήμματα, από τα οποία η Εκκλησία παλεύει με τη θεολογία της να βγει επί αιώνες. Μέχρι τον Δ΄ αιώνα με τους Καππαδόκες ήταν δύσκολο να δοθεί απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, το οποίο το επαναλαμβάνω:

«εάν πιστεύουμε σε Έναν Θεό, πώς είναι δυνατόν να αναφερόμαστε στα Τρία αυτά Πρόσωπα, σαν να ήταν και αυτά δεμένα οντολογικά με Αυτόν τον Ένα Θεό; Το δίλημμα είναι ότι εάν μεν πούμε ότι είναι οντολογικά δεμένα με τον Ένα Θεό τα Τρία αυτά πρόσωπα, αμέσως δημιουργείται το ερώτημα: «και δεν έχουμε τότε τρεις θεούς;» Εάν πούμε ότι δεν είναι οντολογικά δεμένα μα τον Ένα Θεό τα Τρία Πρόσωπα ή τα Δύο, τότε γεννάται  το ερώτημα, το υπαρξιακά πιεστικό: «Μα πώς τότε λατρεύουμε και προσκυνάμε αυτά τα Πρόσωπα και πώς τους αποδίδουμε ενέργειες που ανήκουν κατά τη βιβλική αντίληψη μόνο στον Θεό, όπως την εσχατολογική κρίση της ιστορίας και τα θαύματα που κάνει το Άγιο Πνεύμα;»

Επομένως το δίλημμα δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί. Το πρόβλημα είναι: «πώς μπορεί να κάνει κανείς δεκτή την Αγία Τριάδα χωρίς να αμφισβητήσει την Μονοθεϊα;» Εκτός εάν πει: … «μυστήριο». Και είναι και αυτό μια διέξοδος. Θα μου επιτρέψετε να μη χρησιμοποιήσω αυτή τη διέξοδο, διότι τότε  μπορούμε να πούμε ότι όλα είναι μυστήρια και τέλειωσε. Έτσι δεν κάνουμε θεολογία. Βεβαίως είναι μυστήρια αλλά είναι μυστήρια τα οποία μας καλούν σε προβληματισμό. Δεν σταματούν την σκέψη μας. Εν πάση περιπτώσει, οι Πατέρες θα είχαν σταματήσει εντελώς την θεολογία εάν έλεγαν: «αυτό είναι μυστήριο». Αντίθετα έκαναν μεγάλους αγώνες, ιδίως οι Καππαδόκες Πατέρες, για να βρουν ένα τρόπο να πουν ότι δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ της μονοθεϊας και του Τριαδικού Θεού. Δεν υπάρχει σύγκρουση. Και αυτό είναι το κύριο πρόβλημα το οποίο θέτουμε και εμείς εδώ με βάση τους Πατέρες. Γιατί δεν υπάρχει σύγκρουση;

Αυτό το πρόβλημα απασχολεί την Πατερική εποχή. Για να δοθεί η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα πέρασαν πολλές γενεές θεολόγων. Στο Β΄ και Γ΄ αιώνα, αν και είναι γνωστά αυτά από την ιστορία των Δογμάτων, δόθηκαν διάφορες απαντήσεις. Ας τις κατατάξουμε σε μια δυο κατηγορίες για να διευκολύνουμε τη σκέψη μας. Η μία κατηγορία απαντήσεων ταύτιζε το Λόγο και το Πνεύμα με ενέργειες του Θεού σχετιζόμενες με την Δημιουργία και γενικά με την Οικονομία, ότι δηλ. ο Θεός είναι Ένας αλλά προκειμένου να δημιουργήσει τον κόσμο ενεργεί ως Λόγος και ως Πνεύμα. Η μεγάλη δυσκολία με αυτού του είδους την απάντηση είναι ότι η Τριαδική ύπαρξη του Θεού προϋποθέτει την ύπαρξη του κόσμου. Συνεπώς χάνουμε την υπερβατικότητα του Θεού ως προς τα Τρία Πρόσωπα.

Σε πολλές μορφές στον Β΄ αιώνα, θα έλεγα ακόμη και στον Ιουστίνο, δεν είναι ακόμη καθαρά τα πράγματα. Και γενικά στους Απολογητές του Β΄ αιώνος δεν είναι καθαρά τα πράγματα εάν ο Λόγος και το Άγιο Πνεύμα ανήκουν στη σφαίρα του Θεού ή της Δημιουργίας. Εν πάση περιπτώσει, ενεργούν και εμφανίζονται πάντοτε σε σχέση με την Δημιουργία, πράγμα πολύ επικίνδυνο και για την υπερβατικότητα ακόμη των Προσώπων. Όπως ξέρετε από την Ιστορία, αυτό οδήγησε στον Αρειανισμό και αυτό υποχρέωσε την Εκκλησία να ξεκαθαρίσει ως προς τον Υιό τουλάχιστον, ως προς τον Λόγο, τα πράγματα και να πει, ότι ο Λόγος δεν ανήκει στο επίπεδο της Δημιουργίας αλλά στο επίπεδο του Θεού. Συνεπώς η Εκκλησία έδωσε αρνητική απάντηση σ’ αυτή την μορφή απαντήσεων που επεχειρήθησαν να δοθούν. Δεν είναι επειδή ο Θεός είναι Δημιουργός που είναι Τριάς, αλλά είναι Τριάς αυτός καθ’ εαυτόν ανεξάρτητα από τη Δημιουργία Του. Αυτό ξεκαθαρίστηκε, ως προς τον Υιό τουλάχιστον, με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.

Η άλλη κατηγορία απαντήσεων ήταν αυτή που ονομάσθηκε Μονταλιστική, Τροπική. Εκεί ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα και ο Πατήρ ακόμη, εκλαμβάνονται ως τρόποι με τους οποίους ο Θεός ενήργησε στην ιστορία και όχι ως Όντα, ως Πρόσωπα αυτοτελή. Αυτού του είδους την θεωρία την ανέδειξε περισσότερο απ’ όλους ο Σαβέλλιος, όπως ξέρετε, ο οποίος δημιούργησε ένα τεράστιο πρόβλημα στην Εκκλησία με αποτέλεσμα να μη γίνει δεκτή η θεωρία αυτή και η εξήγηση αυτή. Διότι η Εκκλησία επέμενε ότι τα Τρία αυτά Πρόσωπα είναι οντότητες, είναι Όντα, τα οποία βρίσκονται σε προσωπική σχέση μεταξύ τους, σαν κάτι άλλο το ένα από το άλλο. Ο Πατήρ ομιλεί με τον Υιό Του, ο Υιός προσεύχεται προς τον Πατέρα, δηλαδή έχουμε δύο Όντα.

Η Εκκλησία λοιπόν, απέρριψε τις τροπικές θεωρίες, απέρριψε την «οικονομική» θεωρία, και έτσι έμεινε το ερώτημα: «Εάν είναι Τρία Όντα, πώς δεν είναι τρεις θεοί;» Διότι θα μπορούσε εάν δεχόταν τον τροπικό μοναρχιανισμό, το Σαβελλιανισμό, να μην έχει το πρόβλημα. Αλλά προτίμησε το πρόβλημα παρά να αρνηθεί ότι τα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι Τρία Όντα. Ακριβώς επειδή ήθελε να μην απομακρυνθεί από την αρχή αυτή και συγχρόνως να δώσει μια απάντηση και όχι να πει… «είναι μυστήριο», άρα δεν μιλάμε. Γι’ αυτό δημιουργήθηκε όλη η θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων, η οποία και αποτελεί τη βάση για το Χριστιανικό Δόγμα και για τη θεολογία. Σ’ αυτή τη θεολογία θα πρέπει να ενσκύψουμε με πολλή προσοχή, με πολλή διάθεση μαθητείας. Το πρόβλημα περί Αγίας Τριάδος είναι δύσκολο. Αλλά αυτή η σκοταδιστική τάση που παρατηρείται σε πολλούς σήμερα εν ονόματι μιας απλότητος της πίστεως και ευσεβείας να μη θέλουν να βασανιστούν διανοητικά, το θεωρώ επικίνδυνο. Η θεολογία δεν είναι εχθρός της ευσεβείας και εάν μας απασχολήσουν αυτά τα προβλήματα έντονα, θα δούμε ότι ο Θεός γίνεται πιο υπαρξιακά γνωστός σ’ εμάς, απ’ ό,τι εάν δεν είχαμε απασχοληθεί με αυτά τα προβλήματα.

Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας