Η Παραβολή της μελλούσης Κρίσεως», όπως είναι γνωστό αυτό το κείμενο από αρχαιοτάτους χρόνους, διαβάζεται μια εβδομάδα πριν από την έναρξη της μεγάλης Τεσσαρακοστής, κατά τη διάρκεια της οποίας η Εκκλησίας μας καλεί να εξετάσουμε τον εαυτό μας, τη συνείδηση και τη ζωή μας με γνώμονα ολόκληρο το χριστιανικό Ευαγγέλιο, δηλ. τη διδασκαλία του Χριστού, και να επιστρέψουμε όσο το δυνατό περισσότερο στα σημαντικότερα, στην καρδιά αυτής της διδασκαλίας. Πολλοί άνθρωποι συχνά θεωρούν πως η σπουδαιότερη πλευρά της θρησκείας είναι οι τελετουργίες και τα έθιμα, η ομορφιά των ακολουθιών, η δυνατότητα συνάντησης με την ιερότητα, το ουράνιο και το θείο. Η παραβολή όμως του Χριστού για τη Μέλλουσα Κρίση αποκαλύπτει πως όλα αυτά, αν δε βασίζονται στην αγάπη και αν δεν κατευθύνονται προς την αγάπη, κάνουν τη θρησκεία άκαρπη, αχρείαστη, κενή και πεθαμένη.

Τελικά, η αγάπη θα είναι ο κριτής.

Όχι βέβαια η αφηρημένη αγάπη γενικά για την ανθρωπότητα, αλλά η αγάπη για κάποιον ζωντανό και συγκεκριμένο άνθρωπο. Σήμερα, η Χριστιανική αγάπη έχει φοβερά διαστραφεί από μια κοινωνία, η οποία, στο όνομα της αγάπης για μια αφηρημένη ανθρωπότητα, δε μας καλεί να αγαπάμε, αλλά να διώκουμε τους άλλους, μας διατάζει να τους θεωρούμε ως εχθρούς, ώστε ακόμη και το έλεος και η συμπάθεια προς αυτούς να θεωρείται έγκλημα.

Στην παραβολή όμως της μελλούσης κρίσεως ο Χριστός λέει στην πραγματικότητα, «τα όνειρα για την ευτυχία μιας αφηρημένης ανθρωπότητας όχι μόνο θα παραμείνουν όνειρα, αλλά θα μετατραπούν σε εφιάλτες μίσους και κτηνωδίας αν η αγάπη και η φροντίδα μας δεν απευθύνονται κατ’ αρχάς σε συγκεκριμένους ανθρώπους, όχι θεωρητικά, αλλά με τον πιο συγκεκριμένο δυνατό τρόπο».

Ο Χριστός λέει, «ἐπείνασα…, ἐδίψησα…, ἠσθένησα…, ἐν φυλακῇ ἤμην…,». Τι άλλο μπορεί αυτό να σημαίνει, αν όχι ότι ο Χριστός άπαξ δια παντός ταυτίστηκε με τον κάθε άνθρωπο· και γι’ αυτό η χριστιανική αγάπη είναι εξ ορισμού «η αδύνατη δυνατότητα» του να βλέπεις, να αναγνωρίζεις, να συναντάς το Χριστό σε κάθε άνθρωπο. Δε μας έχει ζητηθεί να αμφισβητούμε και να αναλύουμε το αν κάποιος αξίζει τη βοήθειά μας ή πρέπει να κερδίσει το ενδιαφέρον μας. Δε μας έχει υποδειχθεί να ανακαλύπτουμε πρώτα γιατί κάποιος είναι στη φυλακή ή είναι πεινασμένος και γυμνός. Έχουμε απλώς την εντολή να τον πλησιάσουμε με αγάπη, και μόνο με αγάπη, χωρίς να αναρωτιόμαστε για τα προσόντα, την αξία, τις γνώμες των άλλων, να συναντήσουμε τον άνθρωπο που έστειλε ο Θεός στη ζωή μας, στη δική μου ζωή…

Ξανά και ξανά φθάνουμε στο σημείο να αναγνωρίζουμε πως το ουσιαστικότερο και πλέον χαρμόσυνο μυστήριο του Χριστιανισμού είναι το μυστήριο του προσώπου, αυτό που καθιστά τον κάθε άνθρωπο τόσο ανεκτίμητο για το Θεό, αυτό που μπορούμε και πρέπει να αγαπούμε στον άλλο. Αυτό ακριβώς το μυστήριο έχει απορρίψει ο κόσμος και οι κυρίαρχες ιδεολογίες του. Για τον κόσμο ο άνθρωπος ορίζεται από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του: τάξη, φυλή, εθνικότητα, χρηστική αξία, τι προσφέρει στη χώρα, ή αντίθετα από τα λάθη και τα εγκλήματά του. Ο λαός μου σε αντίθεση με τους ξένους, οι σύμμαχοι σε αντίθεση με τους εχθρούς, εμείς σε αντίθεση μ’ αυτούς κ.λπ. Φαίνεται πως οι πάντες μιλούν για απελευθέρωση της ανθρώπινης κοινωνίας, για την ευτυχία του κόσμου, για συνταγές προς την ανθρωπότητα, και αγώνα για μια φωτεινή, ευτυχισμένη και ελεύθερη ζωή. Στην πραγματικότητα όμως, όλοι ενώνονται εναντίον κάποιου άλλου, και το κάθετι κινείται από το φόβο, την καχυποψία και το μίσος. Αυτό δε θα συμβαίνει μέχρις ότου οι άνθρωποι καταλάβουν πως το να αγαπάς και να υπηρετείς την ανθρωπότητα γενικά, δεν είναι μόνο αυταπάτη· είναι και ακατόρθωτο, αν αυτή η αγάπη δε ριζώνει στην αγάπη για το πρόσωπο, για κάθε άνθρωπο, αν δεν υπάρξει μια αγάπη που να ξεπερνά κάθε επίγειο, «ανθρώπινο, μα τόσο ανθρώπινο» πρότυπο και κατηγορία που χρησιμοποιούμε για να κατατάξουμε και να εκτιμήσουμε τους ανθρώπους.

Όλα αυτά κρίθηκαν άπαξ δια παντός απ’ Αυτόν που είπε, και συνεχίζει και λέει, εκ μέρους κάθε προσώπου: «ἐν φυλακῇ ἤμην…». Αυτό το «ἤμην» αρκεί σε μας για να γνωρίζουμε πως κάθε πρόσωπο είναι ένας αδελφός ή μια αδελφή, πως κάθε πρόσωπο είναι το αντικείμενο της αποκάλυψης και της αγάπης του Θεού, και πως το κάθε πρόσωπο μου έχει δοθεί ως δυνατότητα εκπλήρωσης του ίδιου του εαυτού μου μέσα από τη θεία, αναζωογονητική και λυτρωτική αγάπη.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν