Ο Διαχριστιανικός διάλογος ως αναντίρρητη ανάγκη

69

Υπάρχουν εντός της Ορθοδοξίας αρκετοί που θεωρούν ότι κάθε απόπειρα διαχριστιανικού διαλόγου σημαίνει ταυτόχρονα και παραίτηση από την «πατρώα πίστη», εκτροπή από την ορθή πίστη και δόγμα. Κατ΄ αρχάς πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι το διάλογο των χριστιανικών Εκκλησιών δεν τον απαιτούν μόνον οι περιστάσεις των καιρών. Τον «επιβάλλει» ο αυθεντικός Χριστιανισμός, καθώς ο διάλογος συνιστά το κατεξοχήν χαρακτηριστικό ιδίωμα αυτής της εξ αποκαλύψεως θρησκείας-εμπειρίας. Ολόκληρη η Αγία Γραφή αποτελεί την καταγραφή του διαλόγου του Θεού με τον άνθρωπο μέσω της αποκάλυψης, και του ανθρώπου με τον Θεό κατεξοχήν μέσω της προσευχής. Ταυτόχρονα η Αγία Γραφή εμπεριέχει και πλήθος περιστατικών, όπου οι άνθρωποι συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, όπως θα δούμε και πιο κάτω, ο διάλογος αποτελεί βασική αρχή και ιδιαίτερο γνώρισμα του Χριστιανισμού. Γι’ αυτό και ο διάλογος και δη με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες, αποτελεί επιτακτική ανάγκη.

Ο ίδιος ο άνθρωπος προβάλλει στις πρώτες σελίδες της Γραφής ως φύση διαλογική, ως ζώο κοινωνικό και πολιτικό. Η πλάση του ανθρώπου αποτελεί προϊόν «διαλόγου» των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος: «Ποιήσωμεν (σε πληθυντικό) άνθρωπον κατ΄ εικόνα ημετέραν και καθ΄ ομοίωσιν» (Γεν. 1, 26). Η δημιουργία του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα της συνεργίας και του «διαλόγου» των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος.

          Σε κάποια στιγμή ο Θεός φέρνει μπροστά στον Πρωτόπλαστο τα ζώα για να τους δώσει όνομα. Ο Αδάμ αναζητεί μάταια μέσα από την ονοματοδοσία του περιβάλλοντός του ένα ον για να συνομιλήσει. Ο Αδάμ αναπαύεται και χαίρεται μόνο όταν ο Θεός οδηγεί ενώπιόν του τη γυναίκα του, οπότε και αυτός ξεσπά στο πρώτο ερωτικό άσμα της ιστορίας. Ο Αδάμ και η Εύα θα είναι σε διαρκή κοινωνία και σε συνεχή διάλογο, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τον Θεό, με στόχο τη σωτηρία και την ένωση.

Μέσω του διαλόγου με τον όφι (διάβολο) έρχεται στην πρωτοϊστορία η σύλληψη της αμαρτίας και του θανάτου, η οποία οδηγεί τελικά στην κραυγή αγωνίας. Ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει σχετικά: «Ο ίδιος ο Θεός δεν απέφυγε να διαλεχτεί με τον Αδάμ όταν το πλάσμα Του αμάρτησε και παρήκουσε την εντολή Του» (PG48, 929). Ο Θεός, μετά την παρακοή των Πρωτοπλάστων, καλεί σε διάλογο τον Αδάμ, αλλά και την Εύα, με στόχο τη μετάνοιά τους.

Στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, στην εισαγωγή του βιβλίου, ο Θεός προσκαλεί τον άνθρωπο σε διάλογο: «Δεύτε και διελεγχθώμεν (Ησ. 1,18)». Ως προϋποθέσεις του διαλόγου  αυτού ορίζονται η κάθαρση της καρδιάς και η έμπρακτη αγάπη προς τον κοινωνικά αδύνατο: «Λούσασθε, καθαροί γένεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου… και δεύτε και διελεγχθώμεν, λέγει Κύριος» (Ησ. 1,17-20).

Αυτός ο διάλογος, η συνομιλία του Θεού με τον άνθρωπο, οδηγείται στο πλήρωμά του με τη Σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού «ός επί της γης ώφθη και εν τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ 3,8) σε μία εποχή κατά την οποία για πρώτη φορά μέσω της ελληνικής γλώσσας και του ρωμαϊκού δικαίου απαντά το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Το γεγονός της Θείας Ενανθρωπίσεως, αποτελεί την κορύφωση του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, αλλά και του διαλόγου του Θεού με τους ανθρώπους.

Χαρακτηριστικός για το θέμα μας είναι στην Καινή Διαθήκη ο αποκαλυπτικός διάλογος του Ιησού με την αλλοεθνή και μίερη  ηθικά και πνευματικά (για τους Ισραηλίτες) Σαμαρείτισσα. Στο διάλογο αυτό ο Κύριος αποκαλύπτει σε μια γυναίκα (και δη Σαμαρείτισσα!) το νόημα της αληθινής λατρείας του Θεού, η οποία πρέπει να είναι πνευματική και αληθινή. Μέσω του διαλόγου με τη Σαμαρείτισσα, επιτυγχάνεται η μετάνοια, όχι μόνο της ιδίας (η  οποία είναι η μετέπειτα αγία Φωτεινή), αλλά και πολλών άλλων Σαμαρειτών. Ταυτόχρονοα ο Κύριος δια του διαλόγου αυτού αποκαλύπτει βαρυσήμαντες αλήθειες για τη λατρεία του Θεού.

Στο Μυστικό Δείπνο ο Χριστός δεν δίστασε να διαλεχθεί με επιείκεια με τον ίδιο τον προδότη του, τον Ιούδα, προκειμένου να τον απωθήσει από το έγκλημα της προδοσίας. Ωστόσο παρά το διάλογο και την αγάπη, ο Ιούδας παραμένει αμετανόητος και προχωρεί στην προδοσία του Διδασκάλου του.

Μετά την Ανάστασή του ο Κύριος συνεχίζει το διάλογο με τους δύσπιστους Μαθητές του. Ο λόγος του ευαγγελιστή Λουκά στις Πράξεις είναι σαφής: «δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.» (Πραξ. 1,3). Για σαράντα μέρες ο Χριστός παρουσιαζόταν στους Μαθητές του, συνομιλούσε με αυτούς και τους εξηγούσε τα περι της Βασιλείας του Θεού. Χρειάστηκαν μάλιστα αρκετές εμφανίσεις του ανεστημένου Χριστού, ώστε αυτοί να πειστούν για την Ανάσταση του.

Κατά την Πεντηκοστή, με την κάθοδο του Παναγίου Πνεύματος, καταργείται η Βαβέλ της σύγχυσης και προβάλλουν καινούργιες προοπτικές διαλόγου. Οι Απόστολοι με το φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος γίνονται πάνσοφοι. Έτσι τώρα καθίστανται ικανοί για διάδοση του ευαγγελίου, κατά την εντολή του Κυρίου, σε όλα τα έθνη, δια του κηρύγματος και του διαλόγου. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι την ημέρα της Πεντηκοστής με το κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου και της συνομιλίας του με το συγκεντρωμένο πλήθος, εντάσσονται στην Εκκλησία τρεις χιλιάδες νέα μέλη.

Οι Απόστολοι, μετά την Πεντηκοστή συνέχισαν αυτό τον διάλογο στο  πολυθρησκευτικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον της παγκοσμιοποιημένης Pax Romana όπου έδρασαν. Το ίδιο και οι Απολογητές Πατέρες.

Ακόμη και στην περίπτωση των αιρετικών, ο ιερός Χρυσόστομος προτείνει ο διάλογος να χαρακτηρίζεται από επιείκεια αλλά και σταθερότητα. Ο διάλογος άλλωστε δεν σημαίνει απαραίτητα υιοθέτηση, προϋποθέτει όμως σεβασμό των απόψεων του άλλου.

Όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, ο διάλογος αποτελεί συστατικό στοιχείο της Αγίας Γραφής και του Χριστιανισμού. Η άρνηση για διάλογο αποτελεί άρνηση ουσιαστικά στην πρόσκληση του Θεού. Ο διάλογος, ιδιαίτερα με τα άλλα χριστιανικά δόγματα,  επιβάλλεται. Είναι μεγάλη και επιτακτική ανάγκη. Ο διάλογος σήμερα, όπως και τις τελευταίες δεκαετίες, λαμβάνει χώρα εντός του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) με πολύ θετικά αποτελέσματα.

Ρένος Κωνσταντίνου, Θεολόγος