Πῶς νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸν Χριστό; Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τέτοιο θέμα. Ὅλο τὸ θέμα εἶναι πῶς σκοπεύει Αὐτὸς νὰ ἑρμηνεύσει ἐμᾶς

172

Πῶς μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸν Ἰησοῦ Χριστό;

Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐρώτημα ποὺ περιέχει μιὰ κωμικὴ χροιά. Γιατί τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι πῶς νὰ ἑρμηνεύσουμε ἐμεῖς τὸν Χριστό, ἀλλὰ πῶς ἑρμηνεύει Ἐκεῖνος ἐμᾶς. Ἡ εἰκόνα μιᾶς μύγας ποὺ κάθεται καὶ σκέφτεται πῶς θὰ ἑρμηνεύσει ἕναν ἐλέφαντα εἶναι ἀρκετὰ κωμική. Ἴσως ὅμως ἡ ἐρώτηση τί μποροῦμε ἐμεῖς νὰ συμπεράνουμε γιὰ Ἐκεῖνον, νὰ ἐννοεῖ πὼς μποροῦμε ἐμεῖς νὰ δώσουμε λύση στὸ ἱστορικὸ πρόβλημα ποὺ μᾶς ἐτέθη ἀπὸ τὰ καταγεγραμμένα λόγια καὶ τὶς πράξεις αὐτοῦ τοῦ Ἀνθρώπου. Ἡ λύση στὸ πρόβλημα αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ μπορεῖ νὰ συμφιλιώσει δύο πράγματα. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἔχουμε τὸ σχεδὸν γενικὰ παραδεκτὸ βάθος καὶ λογική τῆς ἠθικῆς Του διδασκαλίας, ἡ ὁποία ἀμφισβητεῖται ἐλάχιστα, ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀντιστρατεύονται τὸν Χριστιανισμό. Ἔχω διαπιστώσει, κατὰ τὴ διάρκεια διαφωνίας μου μὲ φανατικὰ ἄθεους ἀνθρώπους, ὅτι προτιμοῦν νὰ καταλήγουν στὸ ἑξῆς σχόλιο: «Συμφωνῶ ἀπόλυτα μὲ τὰ ἠθικὰ διδάγματα τοῦ Χριστιανισμοῦ!» Καὶ μοιάζει νὰ ὑπάρχει μιὰ γενικὴ ὁμοφωνία πὼς στὴ διδασκαλία αὐτοῦ τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τῶν πρώτων διαδόχων του, ἡ ἠθικὴ ἀλήθεια βρίσκεται στὴν πιὸ ἁγνὴ καὶ βαθιά της μορφή. Δὲν εἶναι γλυκανάλατος ἰδεαλισμός, εἶναι γεμάτη ἀπὸ σοφία καὶ ἐξυπνάδα. Ἡ ὅλη ἠθικὴ διδασκαλία εἶναι ρεαλιστική, ἀνανεωμένη στὸν πιὸ ψηλὸ βαθμό, προϊὸν ἑνὸς πολὺ λογικοῦ μυαλοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἕνα φαινόμενο.

Τὸ ἄλλο φαινόμενο, εἶναι ἡ σχεδὸν ἀποκρουστικὴ φύση τῶν θεολογικῶν τοποθετήσεων αὐτοῦ τοῦ Ἀνθρώπου. Ξέρετε ὅλοι τί ἐννοῶ, καὶ προτιμῶ νὰ τονίσω τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀποκρουστικοὶ ἰσχυρισμοὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀνθρώπου δὲν γίνονται μόνο μία φορὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πορείας Του. Ὑπάρχει, βέβαια, ἐκείνη ἡ φορὰ ποὺ τὸν ὁδήγησε στὴν ἐκτέλεσή Του. Ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀνώτατος Ἱερέας τὸν ρώτησε, «ποιὸς εἶσαι;» «εἶμαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ μὲ δεῖτε νὰ ἐμφανίζομαι στὸ τέλος τῆς ἱστορίας ὡς Κριτὴς τοῦ σύμπαντος.» Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς δὲν περιορίζεται μόνο σὲ αὐτὴ τὴ δραματικὴ στιγμή. Ἂν προσέξει κανεὶς τὶς συζητήσεις του θὰ δεῖ νὰ ἐπαναλαμβάνεται παντοῦ. Γιὰ παράδειγμα, ἔλεγε στοὺς ἀνθρώπους «συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου.» Εἶναι πολὺ φυσικὸ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο νὰ σοῦ συγχωρέσει κάτι ποὺ ἔχεις κάνει σὲ ἐκεῖνον. Ἂν κάποιος μοῦ κλέψει 5 λίρες, εἶναι ἀρκετὰ πιθανὸ καὶ λογικὸ νὰ τοῦ πῶ «σὲ συγχωρῶ, τὸ θέμα ἔκλεισε.» Ἀλλὰ πῶς θὰ ἀντιδρούσατε ἂν κάποιος σᾶς ἔκλεβε 5 λίρες καὶ ἐγὼ τοῦ ἔλεγα «εἶναι ὅλα ἐντάξει, σὲ συγχωρῶ;» Μετὰ ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο περίεργο πρᾶγμα ποὺ μοιάζει σὰν νὰ ξέφυγε τυχαία. Κάποια στιγμὴ Αὐτὸς ὁ Ἄνθρωπος κάθεται σὲ ἕνα λόφο κοιτάζοντας τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ξαφνικὰ κάνει ἕνα ἀξιοπερίεργο σχόλιο: «δὲν ἔχω σταματήσει νὰ σοῦ στέλνω προφῆτες καὶ σοφοὺς ἄντρες.» Κανεὶς δὲν τὸ σχολιάζει. Ὡστόσο, ξαφνικά, σὰν φράση ποὺ τοῦ ξέφυγε, ἰσχυρίζεται πὼς εἶναι ἡ δύναμη ποὺ μέσα στοὺς αἰῶνες στέλνει σοφοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡγεμόνες στὸν κόσμο.

Ἂς δοῦμε τώρα καὶ μία ἄλλη παράξενη παρατήρηση. Σχεδὸν σὲ κάθε θρησκεία ὑπάρχουν κάποιες δυσάρεστες ὑποχρεώσεις ὅπως ἡ νηστεία. Αὐτὸς ὁ Ἄνθρωπος ξαφνικὰ μία μέρα λέει: «Κανεὶς δὲν χρειάζεται νὰ νηστέψει ὅσο εἶμαι μαζί σας.» Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Ἄνθρωπος ποὺ ἰσχυρίζεται πὼς ἡ παρουσία Του καὶ μόνο καταλύει ὅλους τοὺς κανόνες; Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ μπορεῖ νὰ πεῖ στὸ σχολεῖο πὼς μποροῦν νὰ ἔχουν ἡμιαργία; Πολλὲς φορὲς τὰ λόγια Του ὑποδηλώνουν πὼς ὁ ἴδιος εἶναι ἐντελῶς ἀναμάρτητος; Αὐτὴ εἶναι πάντα ἡ στάση Του. «Ἐσεῖς στοὺς ὁποίους ἀπευθύνομαι εἶστε ὅλοι ἁμαρτωλοί», χωρὶς νὰ ἀφήνει ποτὲ νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ὑπαινιχτεῖ τὸ ἴδιο καὶ γιὰ Ἐκεῖνον. Λέει ξανά, «εἶμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Μοναδικοῦ Θεοῦ, πρὶν τὸν Ἀβραὰμ ἐγὼ ὑπάρχω,» καὶ μὴν ξεχνᾶτε τί σημαίνει ἡ φράση «ὁ ὤν» στὰ ἑβραϊκά. Ἦταν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξεστομίσει κανεὶς ἄνθρωπος.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄλλη πλευρά. Ἀπὸ τὴ μία ἔχουμε ἠθικὰ διδάγματα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἑνὸς μεγαλομανῆ, μπροστὰ στὸν ὁποῖο ὁ Χίτλερ μοιάζει νὰ ἦταν ὁ πιὸ λογικὸς ἄνθρωπος. Δὲν ὑπάρχει ἐνδιάμεση λύση ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ ἀντίστοιχο παράδειγμα σὲ ἄλλες θρησκεῖες. Ἂν ρωτοῦσε κάποιος τὸν Βούδα «εἶσαι ὁ γιὸς τοῦ Βράχμα;» ἐκεῖνος θὰ ἀπαντοῦσε «γιέ μου σὲ σκεπάζει τὸ βέλο τῶν παραισθήσεων.» Ἂν ρωτοῦσε κάποιος τὸν Σωκράτη ἂν εἶναι ὁ Δίας, ἐκεῖνος θὰ ξεσποῦσε σὲ γέλια. Ἂν πήγαινε κάποιος στὸν Μωάμεθ καὶ τὸν ρώταγε, «εἶσαι ὁ Ἀλλάχ;» θὰ ἔσκιζε πρῶτα τὰ ροῦχα του καὶ μετὰ θὰ τοῦ ἔπαιρνε τὸ κεφάλι. Ἂν ρωτοῦσε κάποιος τὸν Κομφούκιο «εἶσαι ὁ Παράδεισος;» νομίζω πὼς πιθανότατα θὰ ἀπαντοῦσε «παρατηρήσεις ποὺ δὲν ἔρχονται σὲ συμφωνία μὲ τὴν φύση εἶναι κακόγουστες.» Ἡ ἰδέα ἑνὸς μεγάλου ἠθικοῦ διδασκάλου ποὺ ἰσχυρίζεται ὅσα ἰσχυρίστηκε ὁ Χριστὸς ἁπλὰ δὲν ὑφίσταται. Ἡ γνώμη μου εἶναι πὼς ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει παρόμοιους ἰσχυρισμοὺς εἶναι ἤ ὁ Θεὸς ἤ κάποιος θεότρελος ποὺ οἱ ψευδαισθήσεις ἔχουν κυριαρχήσει πλήρως πάνω στὴ λογική του. Μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ποτὲ δὲν Τὸν εἶδαν ἁπλὰ σὰν ἕνα δάσκαλο ἠθικῆς. Δὲν προκάλεσε αὐτὴν τὴν ἐντύπωση σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συναναστράφηκε. Προκάλεσε κυρίως τρεῖς ἀντιδράσεις. Μῖσος, τρόμο, θαυμασμό. Δὲν ὑπῆρχε κανένα δεῖγμα ἀνθρώπων ποὺ νὰ ἐκφράζουν ἤπια ἀποδοχή.

Πῶς μποροῦμε ἄραγε νὰ συμφιλιώσουμε τὰ δύο αὐτὰ ἀντιθετικὰ φαινόμενα; Μία λύση θὰ ἦταν νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔκανε ποτὲ παρόμοιους ἰσχυρισμούς, ἀλλὰ πὼς οἱ ὀπαδοὶ του ὑπερέβαλλαν στὰ ὅσα διηγήθηκαν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ περάσουν οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοὶ ὡς δικοί Του στὴν ἱστορία. Αὐτὸ εἶναι δύσκολο νὰ συνέβη, ἀφοῦ οἱ ὀπαδοὶ του ἦταν ὅλοι Ἑβραῖοι, ἑπομένως ἀνῆκαν σὲ ἐκεῖνο τὸ ἔθνος ποὺ ἦταν πιὸ πεπεισμένο ἀπὸ κάθε ἄλλο γιὰ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς καὶ μόνου Θεοῦ. Θὰ ἦταν πολὺ περίεργο, τὸ ἀπαίσιο αὐτὸ δημιούργημα σχετικὰ μὲ ἕναν θρησκευτικὸ ἡγέτη, νὰ ἐξαπλωθεῖ στοὺς τελευταίους ἀνθρώπους στὴ γῆ ποὺ θὰ ἔκαναν αὐτὸ τὸ λάθος. Ἀντιθέτως παρατηροῦμε ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του, οὔτε κἄν οἱ συγγραφεῖς τῶν εὐαγγελίων, δὲν μπόρεσε νὰ ἀποδεχτεῖ μὲ εὐκολία τὸ νέο δόγμα.

Ἕνα ἄλλο θέμα εἶναι πώς, ἀκολουθώντας τὴν πρώτη ἄποψη θὰ πρέπει νὰ θεωρήσουμε τὶς πράξεις αὐτοῦ τοῦ Ἀνθρώπου ὡς θρύλους. Σὰν ἱστορικός τῆς λογοτεχνίας εἶμαι ἀπόλυτα πεπεισμένος ὅτι τὰ Εὐαγγέλια μπορεῖ νὰ εἶναι ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ θρῦλοι. Ἔχω διαβάσει πάρα πολλοὺς θρύλους καὶ μπορῶ νὰ πῶ ὅτι εἶναι δύο διαφορετικὰ πράγματα. Τὰ εὐαγγέλια δὲν εἶναι ἀρκετὰ καλλιτεχνικὰ γιὰ νὰ εἶναι θρῦλοι. Ἀπὸ ἄποψη φαντασίας εἶναι ἀδέξια, δὲν εἶναι καλοδουλεμένα. Τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ μᾶς εἶναι ἄγνωστο, ὅπως καὶ κάθε ἄλλου ποὺ ἔζησε τὸν καιρὸ ἐκεῖνο. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ χτίζουν τοὺς θρύλους δὲν θὰ τὸ ἐπέτρεπαν αὐτό.

Ἐκτὸς ἀπὸ κάποια τμήματα τῶν διαλόγων τοῦ Πλάτωνα, δὲν ὑπάρχουν διάλογοι ποὺ νὰ γνωρίζω στὴν ἀρχαία λογοτεχνία, ὅπως αὐτοὺς ποὺ συναντᾶμε στὸ τέταρτο εὐαγγέλιο. Δὲν ὑπάρχει τίποτα ἀντίστοιχο, οὔτε κἄν στὴ μοντέρνα λογοτεχνία, μέχρι περίπου ἑκατὸ χρόνια πρὶν ποὺ δημιουργήθηκε τὸ ρεαλιστικὸ διήγημα. Στὴν ἱστορία τῆς γυναίκας ποὺ πιάστηκε νὰ πορνεύει βλέπουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔσκυψε καὶ ἔγραψε στὸ χῶμα μὲ τὸ δάχτυλό του. Ἀπὸ τὸ συμβὰν αὐτὸ δὲν συμπεραίνουμε κάτι συγκεκριμένο. Κανεὶς ποτὲ δὲν βάσισε κάποιο δόγμα σὲ αὐτό. Καὶ ἡ τέχνη τοῦ νὰ ἐφευρίσκεις μικρὲς ἄσχετες λεπτομέρειες γιὰ νὰ κάνεις πιὸ πειστικὴ μιὰ φανταστικὴ σκηνή, εἶναι ἀμιγῶς μοντέρνα. Σαφέστατα ἡ μόνη ἐξήγηση αὐτῆς τῆς περικοπῆς εἶναι ὅτι συνέβη στὰ ἀλήθεια. Ὁ συγγραφέας περιέγραψε αὐτὴ τὴ σκηνὴ ἐπειδὴ ἁπλὰ τὴν εἶχε δεῖ.

Μετὰ ἐρχόμαστε στὴν πιὸ παράξενη ἱστορία ἀπὸ ὅλες, τὴν ἱστορία τῆς Ἀνάστασης. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ ξεκαθαρίσουμε τὰ πράγματα. Ἄκουσα μιὰ φορὰ κάποιον νὰ λέει. «Ἡ σημαντικότητα τῆς Ἀνάστασης ἔγκειται στὸ ὅτι μᾶς δίνει ἀποδείξεις ἐπιβίωσης, ἀποδείξεις πὼς ἡ ἀνθρώπινη προσωπικότητα ἐπιβιώνει τοῦ θανάτου.» Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἄποψη αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Χριστὸ θὰ ἦταν αὐτὸ ποὺ συνέβαινε πάντα σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν μόνη διαφορὰ ὅτι στὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ εἴχαμε τὸ προνόμιο νὰ τὸ δοῦμε νὰ συμβαίνει. Αὐτὸ βέβαια δὲν εἶναι ὅ,τι πίστευαν οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ συγγραφεῖς. Κάτι ἀπόλυτα καινούριο στὴν ἱστορία τοῦ σύμπαντος εἶχε συμβεῖ. Ὁ Χριστὸς εἶχε νικήσει τὸν θάνατο. Ἡ πόρτα ποὺ παρέμενε πάντα κλειδωμένη εἶχε σπάσει γιὰ πρώτη φορά. Αὐτὸ εἶναι κάτι πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν ἐπιβίωση ἑνὸς φαντάσματος. Δὲν ἐννοῶ ὅτι δὲν πίστευαν στὰ φαντάσματα. Ἀντιθέτως, τὸ πίστευαν τόσο πολύ, ποὺ ὁ Χριστὸς χρειάστηκε νὰ τοὺς διαβεβαιώσει πολλὲς φορὲς ὅτι δὲν ἦταν φάντασμα. Τὸ θέμα εἶναι, ὅτι ἐνῷ πίστευαν στὴν ἐπιβίωση, ὡστόσο εἶδαν τὴν Ἀνάσταση ὡς κάτι τελείως διαφορετικὸ καὶ καινούριο. Τὰ κείμενα ποὺ περιγράφουν τὴν Ἀνάσταση δὲν εἶναι μιὰ εἰκόνα ἐπιβίωσης μετὰ τὸν θάνατο, καταγράφουν τὸ πῶς ἕνας καθόλα νέος τρόπος ὕπαρξης δημιουργήθηκε στὸ σύμπαν. Κάτι καινούριο εἶχε ἐμφανιστεῖ στὸ σύμπαν, τόσο νέο ὅσο καὶ ἡ πρώτη ἐμφάνιση τῆς ὀργανικῆς ζωῆς. Αὐτὸς ὁ Ἄνθρωπος, μετὰ τὸν θάνατο, δὲν χωρίζεται σὲ ‘πνεῦμα’ καὶ ‘πτῶμα’. Ἕνας νέος τρόπος ὕπαρξης γεννήθηκε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία. Πῶς θὰ τὴν ἑρμηνεύσουμε;

Τὸ ἐρώτημα εἶναι, ὑποθέτω, ἂν κάποια ἀπὸ τὶς ὑποθέσεις ἐξηγεῖ τὰ γεγονότα τόσο καλὰ ὅσο ἡ χριστιανικὴ ὑπόθεση. Ἡ χριστιανικὴ ὑπόθεση εἶναι πὼς ὁ Θεὸς κατέβηκε στὰ δεδομένα τοῦ δημιουργημένου σύμπαντος, στὰ μέτρα τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ ἀνέβηκε ξανά, τραβώντας καὶ τὴ δημιουργία μαζί Του. Ἡ ἐναλλακτικὴ ὑπόθεση δὲν εἶναι οὔτε ὁ θρῦλος, οὔτε οἱ ὑπερβολές,, οὔτε ἡ ὀπτασία ἑνὸς φαντάσματος. Εἶναι εἴτε παράνοια εἴτε ψέματα. Ἐὰν κάποιος δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδεχτεῖ τὴν ἐναλλακτικὴ ὑπόθεση (καὶ ἐγὼ δὲν μπορῶ) τότε στρέφεται στὴν Χριστιανικὴ θεώρηση.

Πῶς νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸν Χριστό; Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τέτοιο θέμα. Ὅλο τὸ θέμα εἶναι πῶς σκοπεύει Αὐτὸς νὰ ἑρμηνεύσει ἐμᾶς. Πρέπει νὰ τὸ δεχτεῖς ἤ νὰ τὸ ἀπορρίψεις.

Τὰ λόγια Του διαφέρουν πολὺ ἀπὸ ὅσα ἔχει πεῖ κάθε ἄλλος διδάσκαλος. Οἱ ἄλλοι λένε, «αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια περὶ τοῦ σύμπαντος, αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ πρέπει νὰ πάρεις,» ἀλλὰ Αὐτὸς λέει, «Ἐγὼ εἶμαι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ὁδός, καὶ ἡ Ζωή.» Λέει, «Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια, ἐκτὸς μέσα ἀπὸ μένα. Προσπαθῆστε νὰ σώσετε τὴν ζωή σας καὶ ἀναπόφευκτα θὰ καταστραφεῖτε. Θυσιάστε τοὺς ἑαυτούς σας καὶ θὰ σωθεῖτε.» Ἐκεῖνος λέει, «Ἐὰν ντρέπεστε γιὰ μένα, ἂν ὅταν ἀκοῦτε τὸ παραγγελμά μου, στρέφετε τὸ πρόσωπό σας ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τὸ ἴδιο θὰ κάνω καὶ Ἐγὼ ὅταν ἐπιστρέψω ξανὰ σὰν Θεός. Ἂν κάτι σὲ κρατάει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ Ἐμένα, ὅτι καὶ νὰ εἶναι, πέταξέ το μακριά. Ἂν εἶναι τὸ μάτι σου, βγάλε το. Ἂν εἶναι τὸ χέρι σου ξερίζωσέ το. Ἂν βάλεις πρῶτο τὸν ἑαυτό σου θὰ ἔρθεις τελευταῖος. Ἐλᾶτε σὲ μένα ὅλοι ὅσοι κουβαλᾶτε βαρὺ φορτίο καὶ Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες σας ξεπλύθηκαν, ἔχω τὴ δύναμη νὰ τὸ κάνω αὐτό. Εἶμαι ἡ Ἀναγέννηση, εἶμαι ἡ Ζωή. Φᾶτέ Με, πιεῖτέ Με, εἶμαι ἡ Τροφή σας. Καὶ ἐπιτέλους, μὴν φοβᾶσθε, ἔχω ξεπεράσει ὁλόκληρο τὸ Σύμπαν.» Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.

C. S. Lewis