Η καθεμιά από τις διάφορες ψυχαναλυτικές σχολές έχει αναπτύξει τη δική της άποψη για τα όνειρα. Ο Jung (1974) υπήρξε ο πρώτος που διαφώνησε με τον Freud, παρόλο που οι απόψεις του αντιπροσωπεύουν περισσότερο μια μετατόπιση της έμφασης παρά μια ριζική απόκλιση. Ο Jung θεωρούσε ότι τα όνειρα εκφράζουν, μάλλον φανερά, το περιεχόμενο του ψυχισμού: «Το σύμβολο», έλεγε, «δε μεταμφιέζει, αλλά αποκαλύπτει», και για το λόγο αυτό αποδίδει μεγαλύτερη σημασία, από ό,τι ο Freud, στο έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου. Συνεπής με την άποψή του για τον απωθημένο αμφισεξουαλικό «σκιώδη» εαυτό, θεωρούσε ότι η λειτουργία του ονείρου πηγάζει από την «αρχή της αναπλήρωσης», σύμφωνα με την οποία τα όνειρα «επιχειρούν να επαναφέρουν μια κατάσταση ισορροπίας, αποκαθιστώντας τις απεικονίσεις και τα συναισθήματα που εκφράζουν την κατάσταση του ασυνειδήτου». Σύμφωνα με τη μετατόπιση που έκανε από τις ενορμήσεις στο εγώ, ο Jung θεωρεί ότι το όνειρο περιέχει πλευρές του εαυτού τις οποίες ο ονειρευόμενος έχει παραμελήσει ή καταπιέσει, άποψη που επανεμφανίστηκε κάπως μεταμφιεσμένη στην Ψυχολογία του Εαυτού. Εδώ το όνειρο ως εκδήλωση του ασυνειδήτου δε χαρακτηρίζεται τόσο από το στοιχείο του «παραλόγου», αλλά θεωρείται ότι μάλλον αντιπροσωπεύει ένα διαφορετικό είδος λογικής: κατά τη διατύπωση του Rorty (1989), «μας τροφοδοτεί με ό,τι καλύτερο διαθέτουμε».

Η Ερμηνευτική των ονείρων περιέχει την πρώτη εκ μέρους του Freud συνοπτική περιγραφή της «τοπικής» θεωρίας του ψυχισμού. Ο Freud δεν αναθεώρησε ποτέ πλήρως τις απόψεις του για τα όνειρα, ώστε να τις εναρμονίσει με το ωριμότερο «δομικό» του μοντέλο (Freud, 1923). Στο τέλος της ζωής του τελικά παραχώρησε ένα συνθετικό αντισυγκρουσιακό ρόλο στο ονειρευόμενο Εγώ, που αποσκοπεί στη συμφιλίωση των απαιτήσεων του Αυτό και του Υπερεγώ (Freud, 1940∙ Flanders, 1993) και παρουσιάζει μεγαλύτερη ομοιότητα με το «αποκαλυπτικό» μοντέλο του Jung. Οι ψυχολόγοι του Εγώ ανέπτυξαν περαιτέρω αυτό το σημείο, τονίζοντας τη σημασία του έκδηλου περιεχομένου του ονείρου και θεωρώντας το όνειρο κατασκευή του Εγώ, που στηρίζεται στην προσπάθεια ανάκλησης απωθημένων συναισθηματικών εμπειριών (Brenner, 1969∙ Flanders, 1993). […]

Μια σημαντική τομή στην ψυχαναλυτική κατανόηση των ονείρων αποτελεί η εισαγωγή από τον Lewin (1955) της έννοιας της οθόνης του ονείρου. Με την εμφάνιση του κινηματογράφου, κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, είχε παρατηρηθεί κατ’ επανάληψη ο κινηματογραφικός χαρακτήρας των ονείρων, όμως ο Lewin έθεσε το εξής ερώτημα: «Τι πράγμα είναι αυτή η “οθόνη” πάνω στην οποία προβάλλεται το όνειρο»; Υποστήριζε επίσης ότι η οθόνη αυτή ήταν το μητρικό στήθος, επίπεδο και αόρατο, εκτός από την περίπτωση των «λευκών» ονείρων. Για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Pontalis (1974∙ Flanders, 1993): «Για τον Freud, το όνειρο ήταν ένα μετατεθειμένο μητρικό σώμα… είχε αιμομικτική σχέση με το σώμα του ονείρου του». […]

[…] Από τη στιγμή που συλλαμβάνουμε την έννοια του ονείρου σε πλαίσιο σχέσεων, είναι δυνατόν να θεωρήσουμε τα όνειρα, κατά την ορολογία του Freud, κοιμώμενες σκέψεις: «Το όνειρο κατά βάση δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ειδική μορφή της σκέψης μας» (Freud, 1900). Κατά τη διατύπωση του Brenner (1969∙ Flanders, 1993), «δεν είμαστε ποτέ απόλυτα ξύπνιοι ή κοιμισμένοι». Ο Bollas (1993) έχει καταδείξει με ποιο τρόπο, ασυνείδητα, συγκεντρώνουμε γύρω μας αντικείμενα, ενδιαφέροντα και δραστηριότητες κατά τις ώρες της εγρήγορσης, τα οποία αντικατοπτρίζουν τις βαθύτερες ασυνείδητες «ενασχολήσεις» μας (ή το «πεπρωμένο»), όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα όνειρα. Θεωρεί δε την ερμηνεία συμπύκνωση αυτής της ακατάπαυστης καθημερινής δραστηριότητας της φαντασίωσης, κατά την οποία, μέσω των ερμηνευτικών του «σεναρίων», «ο αναλυτής ονειρεύεται τον ασθενή του» (Bollas, 1993).

Η Ψυχολογία του Εαυτού προσεγγίζει το όνειρο σαν να πρόκειται για υπαρξιακή δήλωση, υιοθετώντας την άποψη του Jung που θεωρεί ότι το όνειρο αποκαλύπτει τον εσωτερικό εαυτό ή τους εαυτούς μας, με εξισορροπητική λειτουργία, η οποία στηρίζεται στην «ανάγκη να εξασφαλίζεται η οργάνωση των εμπειριών» (Stolorow et al., 1987). Ο Kohut (1983) μιλά για «όνειρα που αναφέρονται στην κατάσταση του εαυτού», στα οποία το έκδηλο περιεχόμενο αποτελεί έκφραση της τρέχουσας κατάστασης του ασθενούς. Ο νεαρός άνδρας που ονειρευόταν ότι ήταν γαντζωμένος πάνω στη μητέρα του, λέγοντάς της ότι είναι νεκρός, εξέφραζε την έλλειψη εσωτερικής ζωντάνιας, τη διαβρωτική αγχώδη προσκόλλησή του, ενώ συγχρόνως την κατηγορούσε ότι του αφαιρούσε τη ζωντάνια του. Μια χρήσιμη υπόθεση για τον αναλυτή είναι το ότι όλοι οι «χαρακτήρες» που εμφανίζονται σε ένα όνειρο αντιπροσωπεύουν τμήματα του εαυτού του ονειρευόμενου και ότι η επιθετικότητα, η σεξουαλικότητα, η υποταγή, το άγχος, τα διωκτικά συναισθήματα, η εκδικητικότητα κ.α. ενδεχομένως έχουν αποκοπεί από τον εαυτό, όταν βρίσκεται σε κατάσταση εγρήγορσης, αλλά περιέχονται στα όνειρα και επομένως είναι δυνατόν να ανακληθούν μέσω της ανάλυσής τους, όταν εμφανίζονται σε αυτά.

bateman anthony , holmes jeremy