Στη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου ο Σταυρός κι η Ανάσταση του Χριστού καταλαμβάνουν κεντρική θέση    (Α΄ Κορ 1,18· 2,2· 15,3-8).

Το γεγονός ότι ο απόστολος Παύλος δεν αναφέρει άλλες λεπτομέρειες από τη ζωή του Χριστού οδήγησε ορισμένους ερευνητές στην υπόθεση ότι ο απόστολος δεν γνωρίζει αρκετά για αυτήν, αφού άλλωστε δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας ή ότι ο απόστολος δεν ενδιαφέρεται για την επίγεια δράση του Ιησού. Ωστόσο, όπως παρατηρεί μία άλλη μερίδα ερευνητών, η σιωπή του Παύλου στις επιστολές για την επίγεια δράση του Ιησού δεν σημαίνει αυτόματα και άγνοια, αφού δεν γνωρίζουμε ποιο ήταν το κήρυγμα του αποστόλου όταν κήρυξε στις κοινότητες στις οποίες έστειλε στη συνέχεια τις επιστολές του. Ο απόστολος σίγουρα είχε πρόσβαση στην παράδοση για τον Ιησού τόσο μέσω των αποστόλων (Γαλ 1,18· 2,1-9) και των χριστιανών στην Αντιόχεια όσο και της προσωπικής του εμπειρίας για την οποία συχνά μιλά στις επιστολές του (Γαλ 1,15-17· Β΄ Κορ 12,1-6).

Συνοπτικά, το κήρυγμα του Παύλου θα μπορούσε να κατανοηθεί ως μία αφήγηση, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ως τέτοια δεν έχει ιστορικό χαρακτήρα. Αυτή  η αφήγηση έχει τρία βασικά μέρη: την ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού, τον Σταυρό και την Ανάστασή του. Για τον Παύλο η ιστορία αρχίζει με τη δημιουργία του κόσμου και την πτώση του ανθρώπου (αν κι αυτό το τελευταίο δεν αναφέρεται σαφώς στις παύλειες επιστολές, αποτελεί όμως προϋπόθεση για να καταλάβουμε την περί σωτηρίας διδασκαλία του Παύλου). Η αμαρτία, η οποία εισήλθε στον κόσμο διά του Αδάμ απομάκρυνε τον άνθρωπο από τον Θεό. Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στην ανθρωπότητα, αλλά αφορούν ολόκληρη τη δημιουργία (βλ. Ρωμ 8,19-20) κι έχουν ως τελικό αποτέλεσμα τον θάνατο και την φθορά.

Για αυτό το λόγο η ενανθρώπιση, ο Σταυρός κι η Ανάσταση αποτελούν αποφασιστικό σημείο μέσα στην ιστορία αυτού του κόσμου και στην ιστορία της Θείας Οικονομίας.

 

Το σκανδαλο του Σταυρού

Υπενθυμίζοντας ο απόστολος Παύλος στους Κορίνθιους το κήρυγμά του, όταν ήταν ανάμεσά τους, υπογραμμίζει τη δυσκολία και το παράδοξο αυτού του κηρύγματος: ο εσταυρωμένος Χριστός αποτελεί θεολογικό σκάνδαλο για τους Ιουδαίους (Α΄ Κορ 1,23· Γαλ 5,11) και μωρία για τους εθνικούς. Με αυτή τη συνοπτική διατύπωση ο Παύλος παραπέμπει στην ιστορική πραγματικότητα του ελληνορωμαϊκού κόσμου και στο αποτρόπαιο του σταυρικού θανάτου ως μέσου εκτέλεσης. Όμως αυτός ο τραγικός θάνατος αποτελεί για τον Παύλο έκφραση της αγάπης του Θεού και σημείο της σοφίας του. Με αυτόν τον τρόπο ο απόστολος αντιστρέφει την πολιτισμική κλίμακα των συγχρόνων του κι αυτό το οποίο καταλαμβάνει την κατώτερη θέση στον κόσμο των ακροατών του, ο ταπεινωτικός και οδυνηρός Σταυρός, καθίσταται μέτρο της αγάπης και της σοφίας του Θεού και υπόσχεση της μελλοντικής δόξας των πιστών. Αναμφισβήτητα εδώ αυτό που στην πραγματικότητα αμφισβητείται είναι κάθε ανθρώπινη κατάφαση και βεβαιότητα η οποία στηρίζεται στο αξιακό σύστημα ενός κόσμου που όμως βρίσκεται κάτω από το κράτος της αμαρτίας και του θανάτου. Το Πνεύμα του Θεού, ωστόσο, μπορεί να οδηγήσει τους πιστούς να κατανοήσουν το παράδοξο της σοφίας του Θεού που κρύβεται πίσω από το γεγονός του Σταυρού.

Ο σταυρικός θάνατος του Χριστού έχει αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα για όλους τους ανθρώπους κι οι επιπτώσεις του δεν αφορούν μόνο το παρελθόν, αλλά σαφώς καθορίζει το παρόν των πιστών και δίνει την προοπτική για το μέλλον.

Ο απόστολος συχνά επαναλαμβάνει τη θέση  Ιησούς Χριστός πέθανε στο σταυρό για τις αμαρτίες των ανθρώπων (Α΄ Κορ 15,3) ή αλλιώς για μας (Ρωμ 5,8· Β΄ Κορ 5,14). Τι μπορεί όμως αυτό να σημαίνει; Μέσα στις παύλειες επιστολές απαντούν δύο θεολογικά μοντέλα κατανόησης και περιγραφής αυτής της πραγματικότητας:

α) το σχήμα της θυσίας (βλ. Ρωμ 3,24-25): ο άνθρωπος είναι ένοχος εξαιτίας της αμαρτίας που με τη σειρά της έφερε τον θάνατο στον κόσμο ως τραγική κατάληξή του. Ο Χριστός όμως θυσιάζεται για αυτόν τον κόσμο κι η θυσία του στη θέση των ανθρώπων λειτουργεί ως αντίλυτρο κι ως το μόνο μέσο απαλλαγής του κόσμου από το αδιέξοδο στο οποίο τον οδήγησε η αμαρτία κι ο θάνατος. Εδώ η σκέψη του αποστόλου παραπέμπει στο σύστημα θυσιών του αρχαίου Ισραήλ κι η γλώσσα που χρησιμοποιείται παραπέμπει κυρίως στις εξιλαστήριες θυσίες

β) το σχήμα της μετοχής (Ρωμ 6,1-4): όλοι οι άνθρωποι ως απόγονοι του Αδάμ μετέχουν στη ζωή και στην «τύχη» του μετά την πτώση· τελούν υπό το κράτος της αμαρτίας και του θανάτου. Με την ενανθρώπισή του ο Ιησούς Χριστός ουσιαστικά μετέχει στη θνητότητα του Αδάμ (χωρίς βέβαια την αμαρτία) κι όντας ο αντίποδας του προπάτορα παραμένει υπάκουος και πιστός στον Θεό, μία υπακοή και πιστότητα που θα φτάσει μέχρι τον θάνατο. Ο Χριστός, λοιπόν, καθίσταται ο νέος Αδάμ κι ο παλαιός Αδάμ αποτελεί τον τύπο Χριστού. Ο πατέρας του ανθρώπινου γένους αποτελεί μάλιστα εκείνο το πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης με το οποίο ο Ιησούς Χριστός συχνότερα συγκρίνεται μέσα στις επιστολές του Παύλου. Αυτή η σύγκριση είναι πολύ σημαντική και στηρίζεται σε μία βασική θέση της παύλειας ανθρωπολογίας και σωτηριολογίας, ότι δηλαδή κι οι δύο συνδέονται με την ύπαρξη των ανθρώπων με διαφορετικές όμως συνέπειες σε κάθε περίπτωση: η μετοχή στον Αδάμ σημαίνει τελικά τον θάνατο, ενώ η μετοχή στον Χριστό την ζωή (Α΄ Κορ 15,22).

Ο απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί και τα δύο σχήματα που αναφέρθηκαν νωρίτερα ως τρόπους περιγραφής και κατανόησης του μεγάλου μυστηρίου του Σταυρού. Το ότι και τα δύο απαντούν στις επιστολές του δεν αποτελούν μία ασυνέπεια στον τρόπο της θεολογικής του σκέψης, αλλά αναδεικνύουν την ουσία και τη λειτουργία τους. Είναι μεταφορές και τρόποι κατανόησης ενός γεγονότος μοναδικού στην ιστορία με οντολογικές και κοσμικές επιπτώσεις.

Αυτές οι επιπτώσεις καθίστανται σαφές στον τρόπο που ο απόστολος αναπτύσσει το σχήμα της μετοχής σε σχέση με το παρόν των μελών της Εκκλησίας. Ο Σταυρός αποτελεί ταυτόχρονα ένα ιστορικό δεδομένο που παραπέμπει στο παρελθόν αλλά και ένα σύμβολο με αναφορά στη ζωή των πιστών. Τα μέλη της Εκκλησίας μετέχουν στον θάνατο του Χριστού μέσω του βαπτίσματος και μαζί τους πεθαίνει κι ο παλαιός Αδάμ της αμαρτίας. Είναι πολύ ενδιαφέρον το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί εδώ ο απόστολος για να περιγράψει τη μυστική εμπειρία του βαπτίσματος: «συνεσταύρωμαι» στο Γαλ 2,19 και το άπαξ λεγόμενο «σύμφυτοι» στο Ρωμ 6,5. Αυτή η γλώσσα της μετοχής παραπέμπει στη νέα πραγματικότητα της εμπειρίας του βαπτίσματος και της ζωής εν Χριστώ που είναι καταρχάς συμμετοχή στο θάνατό του. Μέσα από αυτό, λοιπόν, οι πιστοί βιώνουν στο δικό τους παρόν το παράδοξο του Σταυρού, ο οποίος αμφισβητεί την ανθρώπινη βεβαιότητα και αυτάρκεια, ανατρέπει εθνικές, διαφυλικές και κοινωνικές διακρίσεις και οδηγεί τους ανθρώπους μέσα από τη φαινομενική αδυναμία και ήττα στη δόξα και στη ζωή. Η μωρία και το σκάνδαλο του Σταυρού δεν μπορεί να χωρέσει σε κανένα φιλοσοφικό ή ιδεολογικό σχήμα των ανθρώπων, γιατί απλά στηρίζεται στην πέρα από κάθε προσδοκία αγάπη του Θεού.

Η δύναμη της Ανάστασης

Το κήρυγμα του Παύλου, λοιπόν, σύμφωνα με τη δική του δήλωση μπορεί να συνοψισθεί στο γεγονός του Σταυρού (Α΄ Κορ 1,18· 1,23· 2,2). Στη σκέψη όμως του αποστόλου ο Σταυρός συνδέεται άρρηκτα με το γεγονός της Ανάστασης. Για την ακρίβεια η Ανάσταση είναι εκείνη που δίνει νόημα στον Σταυρό και τον μεταμορφώνει σε δύναμη από κατάρα και ταπείνωση. Σε αυτήν αναφέρεται πάνω από 60 φορές στις επιστολές του. Η Ανάσταση όπως κι ο Σταυρός δεν είναι ιδέες και σύμβολα στη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου αλλά ιστορικά γεγονότα, των οποίων όμως η σημασία εκτείνεται πέρα από την ιστορική παρουσία του Ιησού και τα οποία συνδέονται άμεσα με τη σωτηρία: «Ο Ιησούς παραδόθηκε στο θάνατο για τις ανομίες μας και αναστήθηκε για τη σωτηρία μας» (Ρωμ 4,25). Επιπλέον αποτελούν την καρδιά της χριστιανικής πίστης και ζωής. Η ανάσταση δε δηλώνει μόνο τη νίκη του Χριστού επί του θανάτου και της αμαρτίας, αλλά έχει εφαρμογή και επιπτώσεις στη ζωή των πιστών (Ρωμ 6,13: «να προσφέρετε τον εαυτό σας στον Θεό, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους που πέθαναν κι αναστήθηκαν για μια νέα ζωή»).

Η ανάσταση αποτελεί την εγγύηση για την ζωή και την ανάσταση των πιστών και προσδίδει μία εσχατολογική προοπτική στην ζωή των πιστών μέσα στο χρόνο (Ρωμ 8,11: «Κι αν κατοικεί στο είναι σας το Πνεύμα του Θεού που ανέστησε τον Ιησού από τους νεκρούς, αυτός που ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς θα δώσει και στα θνητά σας σώματα ζωή με το Πνεύμα του, που ζει μέσα σας»). Χωρίς την ανάσταση η ανθρώπινη πίστη χάνει το περιεχόμενό της και η ζωή του ανθρώπου στερείται κάθε ελπίδας («αν δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί. Κι αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί, τότε το κήρυγμά μας είναι χωρίς νόημα, το ίδιο και η πίστη σας», Α΄ Κορ 15,13-14).

Πιο συγκεκριμένα, στο Α΄ Κορ 15, το οποίο αποτελεί την αρχαιότερη μαρτυρία για την Ανάσταση, υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ ανάστασης, εμφάνισης του Αναστημένου, κηρύγματος και πίστης. Εκεί μάλιστα καθίσταται για μια ακόμη φορά σαφής η σύνδεση σταυρού και ανάστασης και των επιπτώσεών τους στη ζωή των πιστών: ο Χριστός πέθανε και τάφηκε σύμφωνα με τις Γραφές για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε την τρίτη μέρα  (Α΄ Κορ 15,3-5). Αυτή η ομολογία πίστης, η οποία συνοδεύεται εκεί από τις διάφορες εμφανίσεις του Αναστημένου, με τελευταίο τον ίδιο τον απόστολο Παύλο να Τον συναντά, δεν είναι απλά μία προσωπική εμπειρία αλλά η ίδια η παράδοση της Εκκλησίας, αυτή που ο Παύλος παρέλαβε και στη συνέχεια παρέδωσε στους Κορίνθιους. Επιπλέον, με το γεγονός της Ανάστασης ο απόστολος συνδέει σε αυτό το κεφάλαιο τρία σημαντικά θέματα: α) τη σωματική ανάσταση του Χριστού, β) την προσωπική του μαρτυρία και γ) τη σωματική ανάσταση των πιστών ως συνέπεια της ανάσταση του Χριστού.

Η Ανάσταση λαμβάνει χώρα μέσα στην ιστορία κι αποκαλύπτει τη ζωηφόρο δύναμη του Θεού που μεταμορφώνει τους πιστούς (βλ., για παράδειγμα Ρωμ 6,8). Ταυτόχρονα όμως η Ανάσταση αποτελεί ένα γεγονός που εισάγει την ανθρωπότητα στα έσχατα και στην καινή κτίση. Είναι έκφραση της δημιουργικής ενέργειας του Θεού και λειτουργεί ως το μέτρο σύγκρισης για τη ζωή και το μέλλον των ανθρώπων αλλά κι ολόκληρου του κόσμου. Ήδη με το βάπτισμα οι πιστοί που συμμετέχουν στο θάνατο του Χριστού λαμβάνουν την εγγύηση για την ανάσταση. Η ανάσταση του Χριστού αποτελεί την πρόγευση και την αρχή ενός νέου κόσμου και μίας νέας ζωής κι ο Χριστός ως ο νέος Αδάμ, αντιπρόσωπος λοιπόν ολόκληρης της ανθρωπότητας, κατανοείται ως ο πρωτότοκος των νεκρών κι η απαρχή (ο πρώτος δηλαδή καρπός) των κεκοιμημένων.

Η ιστορία υπό το πρίσμα του Σταυρού και της Ανάστασης

Η σύνδεση Σταυρού και Ανάστασης κι οι ανθρωπολογικές και σωτηριολογικές προεκτάσεις που έχουν αυτά τα δύο γεγονότα οδηγούν σε έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης της ιστορίας και της παρουσίας του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Από όσα ήδη αναφέρθηκαν καθίσταται σαφές ότι ο Σταυρός κι η Ανάσταση αναφέρονται στο παρελθόν, έχουν σημασία για το παρόν και νοηματοδοτούν το μέλλον. Αποτελούν μοναδικά στην ιστορία αυτού του κόσμου γεγονότα με συνέπειες όμως που σπάζουν το φράγμα του παρόντος και εκτείνονται μέχρι τα έσχατα. Το παρακάτω σχήμα αναπαριστά με απλό τρόπο τη θέση που έχουν ο Σταυρός και η Ανάσταση μέσα στην ιστορία του κόσμου.

 

Με τη μετοχή τους δια του βαπτίσματος στο θάνατο του Ιησού Χριστού οι πιστοί μετέχουν σε αυτόν, αποκτούν όμως επίσης την πρόγευση και την ελπίδα της ανάστασης των νεκρών κατά τα έσχατα (Φιλ 3,10). Ο θάνατος κι η ανάσταση του Ιησού Χριστού αποτελεί την εγγύηση και τη βεβαιότητα της ανάστασης όλων και αποκατάστασης ολόκληρης της δημιουργίας στην αρχική της δόξα. Με πολύ παραστατικό τρόπο ο απόστολος περιγράφει αυτή την πραγματικότητα στο Α΄ Κορ 15,22-26:

 

Όπως πεθαίνουν όλοι εξαιτίας της συγγένειας με τον Αδάμ, έτσι, χάρη στη συγγένεια με το Χριστό, όλοι θα ξαναπάρουν ζωή. Ο καθένας με τη σειρά του: πρώτος αναστήθηκε ο Χριστός, έπειτα θα αναστηθούν όσοι είναι δικοί του, την ημέρα της παρουσίας του. Ύστερα θα έρθει το τέλος, όταν ο Χριστός, έχοντας καταργήσει κάθε αρχή και κάθε εξουσία και δύναμη, θα παραδώσει τη βασιλεία στο Θεό και Πατέρα. Γιατί ο ίδιος ο Χριστός πρέπει να βασιλεύσει ωσότου ο Θεός υποτάξει σε αυτόν όλους τους εχθρούς. Ο τελευταίος εχθρός που θα συντριφθεί είναι ο θάνατος».

O Σταυρός κι η Ανάσταση στη Θεολογία του αποστόλου Παύλου, της Αικατερίνης Τσαλαμπούνη Επίκουρης Καθηγήτριας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ