Thomas Merton~ Ένα λογικό ον που δεν ξέρει τι να κάνει με τον εαυτό του βρίσκει τη ζωή αβάσταχτη και ανιαρή

195

Η συνείδηση είναι η ψυχή της ελευθερίας, τα μάτια της, η ενέργειά της, η ζωή της. Χωρίς συνείδηση η ελευθερία από μόνη της ποτέ δεν ξέρει τι να κάνει. Και για ένα λογικό ον που δεν ξέρει τι να κάνει με τον εαυτό του βρίσκει τη ζωή αβάσταχτη και ανιαρή. Στην κυριολεξία βαριέται μέχρι θανάτου. Ακριβώς όπως η αγάπη δε βρίσκει την πραγμάτωσή της απλά με το ν’ αγαπά τυφλά, έτσι και η ελευθερία ξοδεύεται άσκοπα όταν δηλαδή «ενεργεί ελεύθερα» χωρίς κανένα σκοπό. Μια πράξη χωρίς σκοπό στερείται κάτι από την τελειότητα της ελευθερίας. Γιατί η ελευθερία είναι κάτι περισσότερο από μια άσκοπη επιλογή. Δεν είναι αρκετό να επιβεβαιώνω την ελευθερία μου διαλέγοντας «κάτι». Πρέπει να χρησιμοποιώ και ν’ αναπτύσσω την ελευθερία μου διαλέγοντας κάτι καλό.

 1. Το να στοχάζομαι για πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις μόνο κάτω από το φως της εντύπωσης που προκαλούν σε μένα, είναι το να ζω στο κατώφλι της κόλασης. Ο εγωισμός είναι καταδικασμένος να είναι ανικανοποίητος, αφού επικεντρώνεται σ’ ένα ψέμα. Για να ζω αποκλειστικά για τον εαυτό μου, πρέπει να κάνω όλα τα πράγματα να υποκλίνονται στο θέλημά μου, σαν να είμαι θεός. Αλλά αυτό είναι αδύνατο. Υπάρχει καμιά πιο πειστική ένδειξη του ότι είμαι κτίσμα από την ανεπάρκεια της θέλησής μου; Και να γιατί: Δεν μπορώ να κάνω το σύμπαν να με υπακούει. Δεν μπορώ να κάνω τους άλλους ανθρώπους να συμμορφώνονται με τις παραξενιές μου και τις φαντασιώσεις μου. Δεν μπορώ να κάνω ούτε το ίδιο το σώμα μου να με υπακούει. Όταν του δίνω κάποια ηδονή, διαψεύδει την προσδοκία μου και με κάνει να αισθάνομαι πόνο. Όταν δίνω στον εαυτό μου αυτό που θεωρώ ότι είναι ελευθερία, εξαπατώ τον εαυτό μου και βρίσκω ότι είμαι αιχμάλωτος της δικής μου τύφλωσης, του εγωισμού και της ανεπάρκειάς μου.

Είναι αλήθεια ότι η ελευθερία της βούλησής μου είναι μεγάλο πράγμα. Όμως, αυτή η ελευθερία δε σημαίνει απόλυτη αυτάρκεια. Αν η ουσία της ελευθερίας ήταν απλά ζήτημα επιλογής, τότε η απλή πράξη της επιλογής θα τελειοποιούσε την ελευθερία μας. Αλλά εδώ υπάρχουν δύο δυσκολίες. Πρώτα απ’ όλα, οι επιλογές μας πρέπει πράγματι να είναι ελεύθερες, δηλαδή, πρέπει να τελειοποιούν την ιδία την ύπαρξή μας. Πρέπει να μας τελειοποιούν ως προς τις σχέσεις μας με τα άλλα ελεύθερα όντα. Πρέπει να κάνουμε επιλογές που μας παρέχουν τη δυνατότητα να ολοκληρώσουμε τις πιο κρυφές ικανότητες του πραγματικού εαυτού μας. Απ’ αυτό προέρχεται η δεύτερη δυσκολία: πολύ εύκολα υποθέτουμε ότι είμαστε ο πραγματικός εαυτός μας και ότι οι επιλογές μας είναι πραγματικά αυτές που θέλουμε να κάνουμε. Στην πραγματικότητα όμως τις πράξεις της ελεύθερης βούλησής μας (αν και ηθικά ένοχες, χωρίς αμφιβολία) τις υπαγορεύουν ευρύτατα ψυχολογικές τάσεις που  προέρχονται από την μεγάλη ιδέα που έχουμε για τον «σπουδαίο» εαυτό μας. Οι επιλογές μας, πολύ συχνά, υπαγορεύονται από τον ψεύτικο εαυτό μας.

Συνεπώς, δεν μπορώ μέσα μου να είμαι ευτυχισμένος απλά με το να κάνω ό,τι μου αρέσει. Αντίθετα, αν δεν κάνω τίποτα άλλο παρά μόνο αυτό που ευχαριστεί τη φαντασία μου, θα είμαι ελεεινός σχεδόν πάντοτε. Αυτό δε θα συνέβαινε ποτέ, αν η θέλησή μου δεν ήταν προορισμένη για να χρησιμοποιεί την ελευθερία της για την αγάπη των άλλων.

Η ελεύθερη θέλησή μου στερεώνει και τελειοποιεί την ανεξαρτησία της ή την αυτονομία της όταν ελεύθερα συντονίζει τις πράξεις της με τη θέληση του άλλου. Υπάρχει κάτι στην ίδια τη φύση της ελευθερίας μου που με κάνει να έχω τη διάθεση ν’ αγαπώ, να κάνω το καλό, ν’ αφιερώνομαι στους άλλους. Το ένστικτό μου λέει ότι είμαι λιγότερο ελεύθερος όταν ζω μόνο για τον εαυτό μου. Και ο λόγος είναι ότι δεν μπορώ να είμαι τελείως ανεξάρτητος. Εφόσον δεν είμαι αυτάρκης, εξαρτώμαι από κάποιον άλλο για να πετύχω την ολοκλήρωσή μου. Η ελευθερία μου δεν είναι εντελώς «ελεύθερη» όταν έχει να κάνει μόνο με τον εαυτό της. Γίνεται «ελεύθερη» όταν έχει σωστή σχέση με την ελευθερία του άλλου.

Βέβαια, η επιθυμία μου να είμαι ανεξάρτητος δεν είναι με κανένα τρόπο κακή. Η ελευθερία μου δεν τελειοποιείται με την υποταγή σ’ έναν τύραννο. Η υποταγή δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι σωστό που η φύση μου επαναστατεί ενάντια στην υποταγή. Γιατί η θέλησή μου να δημιουργηθεί ελεύθερη, αν ήταν να μη χρησιμοποιώ ποτέ την ελευθερία μου;

Αν η θέλησή μου είναι προορισμένη να τελειοποιήσει την ελευθερία της υπηρετώντας μια άλλη θέληση, αυτό δε σημαίνει ότι θα τελειοποιηθεί υπηρετώντας κάθε άλλη θέληση. Στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο μια θέληση στην υπηρεσία της οποίας μπορώ να βρω τελειότητα και ελευθερία. Το να χαρίσω την ελευθερία μου τυφλά σ’ ένα όν που είναι ίσο ή κατώτερο από μένα είναι το να υποβιβάζω τον εαυτό μου και να κάνω πέρα την ελευθερία μου. Μόνο όταν υπηρετώ το θέλημα του Θεού μπορώ να γίνω τέλεια ελεύθερος. Αν, πράγματι, υπακούω άλλους ανθρώπους και τους υπηρετώ, δεν το κάνω μόνο για χάρη τους, αλλά επειδή η θέλησή τους υπηρετεί τι θέλημα του Θεού. Η υπακοή σ’ έναν άνθρωπο δεν έχει κανένα νόημα, αν, πρωταρχικά, δεν είναι υπακοή στον Θεό. Αυτό έχει πολλές συνέπειες. Όπου δεν υπάρχει πίστη στον Θεό δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική τάξη. Επομένως, όπου δεν υπάρχει πίστη η υπακοή δεν έχει κανένα νόημα. Μπορεί μόνο να επιβληθεί στους άλλους για λόγους σκοπιμότητας. Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε κανένα πολίτευμα δεν είναι λογικό ή θεμιτό παρά μόνο η τυραννία. Και πάνω στα πράγματα: κράτη που αρνούνται την ιδέα του Θεού τείνουν ή στην τυραννία, απολυταρχία, ή φανερά στην αναρχία. Και οι δύο περιπτώσεις καταλήγουν στην αταξία, αναρχία. Γιατί η τυραννία είναι η ίδια αταξία, αναρχία.

Αν δεν πίστευα στον Θεό, νομίζω ότι θα δεσμευόμουν από τη συνείδησή μου να γίνω αναρχικός. Ακόμη, αν δεν πίστευα στον Θεό, αναρωτιέμαι αν θα είχα τη διάθεση να δεσμευθώ συνειδησιακά για να κάνω οτιδήποτε.

2. Η συνείδηση είναι η ψυχή της ελευθερίας, τα μάτια της, η ενέργειά της, η ζωή της. Χωρίς συνείδηση η ελευθερία από μόνη της ποτέ δεν ξέρει τι να κάνει. Και για ένα λογικό ον που δεν ξέρει τι να κάνει με τον εαυτό του βρίσκει τη ζωή αβάσταχτη και ανιαρή. Στην κυριολεξία βαριέται μέχρι θανάτου. Ακριβώς όπως η αγάπη δε βρίσκει την πραγμάτωσή της απλά με το ν’ αγαπά τυφλά, έτσι και η ελευθερία ξοδεύεται άσκοπα όταν δηλαδή «ενεργεί ελεύθερα» χωρίς κανένα σκοπό. Μια πράξη χωρίς σκοπό στερείται κάτι από την τελειότητα της ελευθερίας. Γιατί η ελευθερία είναι κάτι περισσότερο από μια άσκοπη επιλογή. Δεν είναι αρκετό να επιβεβαιώνω την ελευθερία μου διαλέγοντας «κάτι». Πρέπει να χρησιμοποιώ και ν’ αναπτύσσω την ελευθερία μου διαλέγοντας κάτι καλό.

Δεν θα μπορέσω να κάνω καλές επιλογές παρά μόνο αν  καλλιεργήσω μια ώριμη και φρόνιμη συνείδηση, που μου δίνει ακριβή λογαριασμό των κινήτρων μου, των προθέσεών μου και των ηθικών πράξεών μου. Η λέξη που πρέπει εδώ να τονιστεί είναι «ώριμη». Ένα νήπιο, μη έχοντας συνείδηση, οδηγείται στις «αποφάσεις» του από τη στάση κάποιου άλλου. Ανώριμη συνείδηση είναι αυτή που έχει σαν κριτήριο για τις κρίσεις της, μερικώς ή και τελείως, τον τρόπο που οι άλλοι άνθρωποι φαίνεται να τοποθετούνται απέναντι στις αποφάσεις της. Καλό είναι αυτό που θαυμάζουν ή αποδέχονται οι άνθρωποι που ζουν μαζί της. Κακό είναι αυτό που τους εκνευρίζει ή τους ενοχλεί. Ακόμη κι όταν η ανώριμη συνείδηση δεν εξουσιάζεται εντελώς από ανθρώπους έξω απ’ αυτήν, παρόλα αυτά λειτουργεί μόνο σαν αντιπρόσωπος κάποιας άλλης συνείδησης. Η ανώριμη συνείδηση δεν είναι κυρία του εαυτού της. Αντιπροσωπεύει ή εκφράζει, απλά, τη συνείδηση ενός άλλου προσώπου, ή μιας ομάδας, ή ενός κόμματος, ή μιας κοινωνικής τάξης, ή ενός έθνους, ή μιας φυλής. Επομένως, δεν παίρνει πραγματικές, ηθικές, αποφάσεις από μόνη της. Απλά, παπαγαλίζει τις αποφάσεις των άλλων. Δεν κάνει δικές της κρίσεις, μόνο «συμμορφώνεται» με τη γραμμή του κόμματος. Δεν έχει πραγματικά δικά της κίνητρα ή προθέσεις. Ή κι αν έχει, τις αφανίζει με το να τις μεταστρέφει και να τις λογικοποιεί για να ταιριάζουν με τις προθέσεις των άλλων. Αυτή δεν είναι ηθική ελευθερία. Έτσι, δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή αγάπη. Γιατί αν πρόκειται ν’ αγαπώ αληθινά και ελεύθερα, πρέπει να μπορώ να δίνω στον άλλο κάτι που είναι πραγματικά δικό μου. Αν η καρδιά μου, πρώτα απ’ όλα, δεν ανήκει σε μένα, πώς μπορώ να τη δώσω σε κάποιον άλλο; Δεν είναι δική μου για να τη δώσω!

3. Η ελεύθερη βούληση δεν είναι ένα πυροτέχνημα που το τινάζουμε στον αέρα. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που νομίζουν ότι οι πράξεις τους, κατ’ αναλογία, είναι πιο ελεύθερες, όταν δεν έχουν ένα σκοπό. Λες κι ένας λογικός σκοπός επιβάλλει κάποιο είδος περιορισμού πάνω μας. Αυτό είναι σα να λέμε ότι ένας είναι πιο πλούσιος όταν πετάει τα χρήματα απ’ το παράθυρο παρά όταν τα ξοδεύει.

Εφόσον τα χρήματα είναι αυτά που είναι, δεν αρνούμαι ότι ίσως είσαι άξιος κάθε επαίνου αν ανάψεις το τσιγάρο σου μ’ αυτά. Αυτό θα ‘δειχνε ότι έχεις μια βαθιά, καθαρή αίσθηση της οντολογικής αξίας του δολαρίου. Όμως, αν αυτό είναι το μόνο που μπορείς να σκεφτείς να κάνεις με τα χρήματα, δε θα απολαύσεις για πολύ τα κέρδη που μπορεί να αποδώσουν.

Ίσως είναι αλήθεια ότι ένας πλούσιος μπορεί πιο εύκολα να πετάξει χρήματα από το παράθυρο παρά ένας φτωχός. Όμως, ούτε το ξόδεμα ούτε το πέταμα των χρημάτων κάνει τον άνθρωπο πλούσιο. Είναι πλούσιος χάρη σ’ αυτά που έχει, και τα πλούτη του είναι πολύτιμα γι’ αυτόν χάρη στις δυνατότητες που του προσφέρουν.

Κατ’ αναλογία και η ελευθερία δεν αυξάνει με το να την αχρηστεύουμε ή να την σπαταλάμε. Αλλά, μας έχει δοθεί σαν  ένα τάλαντο για να το εμπορευτούμε, μέχρι τον ερχομό του Χριστού. Σ’ αυτό το εμπόριο παραιτούμεθα απ’ αυτό που είναι δικό μας, μόνο και μόνο για να το ξαναπάρουμε με τόκο. Δεν το καταστρέφουμε ή το πετάμε. Το αφιερώνουμε για κάποιο σκοπό, κι αυτή η αφιέρωση μάς κάνει πιο ελεύθερους από πριν. Και επειδή είμαστε πιο ελεύθεροι είμαστε και πιο ευτυχισμένοι. Δεν έχουμε μόνο περισσότερα απ’ ό,τι είχαμε, αλλά αυξάνουμε εμείς οι ίδιοι ποιοτικά. Αυτό που έχουμε και αυτό που είμαστε προέρχεται από μια βάθυνση της ένωσης ή ταύτισης με το θέλημα του Θεού. Η θέλησή μας δυναμώνει με την υπακοή στις απαιτήσεις μιας αντικειμενικής πραγματικότητας. Η συνείδησή μας φωτίζεται, και κοιτάζει προς τα έξω, σ’ έναν απέραντο κι ολάνοικτο ορίζοντα. Μπορούμε λοιπόν να αποβλέπουμε σε πολύ ανώτερες ποιοτικά «ευκαιρίες» για την άσκηση της ελευθερίας μας, επειδή έχουμε αυξηθεί σε αγάπη και έχουμε πλουτίσει σε θεία χάρη. Βρίσκουμε στον εαυτό μας τη δύναμη να πετυχαίνει στόχους που πριν ήταν πάνω από μας.

Όταν κάνουμε, λοιπόν, το θέλημα του Θεού, η ελευθερία μας λοιπόν θα τρυγήσει αυτούς τους καρπούς. Γι’ αυτό θεωρούμε τους εαυτούς μας ευτυχισμένους, όταν γνωρίζουμε το θέλημά Του και το κάνουμε. Και συνειδητοποιούμε ότι η μεγαλύτερη δυστυχία είναι να μην έχουμε ιδέα για το σκοπό Του και τα σχέδιά Του είτε για μας είτε για τον υπόλοιπο κόσμο. «Καί ἐπορευόμην ἐν πλατυσμῷ», λέει ο ψαλμωδός, «ότι τάς ἐντολάς σου ἐξεζήτησα, (ψαλμ. 118,45). «Ἐν τῇ οδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην ὡς ἐπί παντί πλούτῳ… εἰ μή ὁ νόμος σου μελέτη μου ἐστί, τότε ἄν ἀπωλόμην ἐν τῇ ταπεινώσει μου» (ψαλμ. 118,45). «Είμαστε ευτυχισμένοι, Ισραηλίτες, γιατί γνωρίζουμε τι ευαρεστεί τον Θεό» (Βαρ. 4,4).

4. Οι ελεύθερες πράξεις μας πρέπει όχι μόνο να έχουν κάποιο στόχο, αλλά να έχουν το σωστό στόχο. Και πρέπει να έχουμε μια συνείδηση να μας διδάσκει πώς να επιλέγουμε τους σωστούς στόχους. Η συνείδηση είναι το φως με το οποίο ερμηνεύουμε ή αποσαφηνίζουμε το θέλημα του Θεού στη δική μας ζωή.

Αυτό το φως είναι διπλό. Πρώτον, υπάρχει η συνείδηση με την ψυχολογική έννοια, η ψυχολογική συνείδηση, καλύτερα να πούμε το συνειδός. Αυτή μας παρουσιάζει τις πράξεις που κάνουμε. Έχει επίγνωση αυτών και μέσα απ’ αυτές έχει επίγνωση του εαυτού της. Δεύτερον, υπάρχει η ηθική μας συνείδηση, που μας λέει όχι μόνο ότι ενεργούμε και πώς ενεργούμε, αλλά και πόσο καλά ενεργούμε. Αυτή κρίνει την αξία των πράξεών μας. Η ψυχολογική και η ηθική συνείδηση είναι και οι δυο λειτουργίες της νοημοσύνης. Είναι δυο είδη ή τρόποι επίγνωσης του εαυτού μας, που μας λένε τι είμαστε πραγματικά.

Ο άνθρωπος διακρίνεται από την υπόλοιπη δημιουργία για την νοημοσύνη και την ελευθερία του. Ωριμάζει στην ανδρικότητά του, αυξάνοντας σε σοφία και αποκτώντας μια γνωστική και αποτελεσματική κυριαρχία πάνω στις πράξεις του, που έχουν ηθικό χαρακτήρα. Ο χαρακτήρας, επομένως, και η ωριμότητα αξιολογούνται με την διαύγεια και τη διάκριση της ηθικής μας συνείδησης. Η συνείδηση είναι η περίληψη όλου του ανθρώπου, παρόλο που ο άνθρωπος είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια ζωντανή ή εμψυχωμένη συνείδηση. Η συνείδηση φανερώνει κρυμμένα πράγματα, ανεπαίσθητες ενέργειες και κλίσεις που είναι πολύ σημαντικές. Είναι ο καθρέφτης του βάθους του ανθρώπου. Η αλήθεια του κάθε προσώπου είναι κάτι βαθύ και κρυφό, θαμμένο όχι μόνο μέσα στα αθέατα μύχια του μεταφυσικού μυστηρίου του ανθρώπου, αλλά και του μυστηρίου του ίδιου του Θεού.

Η συνείδηση είναι το πρόσωπο της ψυχής. Οι αλλαγές στην έκφρασή της φανερώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την ηθική ενέργεια της ψυχής, απ’ ό,τι φανερώνουν οι αλλαγές στην εμφάνιση του ανθρώπου τα ενδόμυχα συναισθήματά του. Ακόμη και το εξωτερικό πρόσωπο του ανθρώπου δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της συνείδησής του. Είναι αλήθεια ότι ένα πολύ μικρό μέρος απ’ ό,τι υπάρχει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου λάμπει προς τα έξω, στο πρόσωπό του. Αλλά αυτό το λίγο που υπάρχει εκεί είναι αρκετό για να μιλάει με ευγλωττία για τη συνείδηση εσωτερικά.

5. Μία από τις πιο σημαντικές λειτουργίες της ζωής της προσευχής είναι το να βαθαίνει, να δυναμώνει, και ν’ αναπτύσσει την ηθική μας συνείδηση. Η ανάπτυξη της ψυχολογικής συνείδησής μας, αν και δευτερεύουσα, δεν είναι κι αυτή χωρίς σημασία. Η ψυχολογική συνείδηση  έχει τη θέση της στην προσευχή μας. Αλλά η προσευχή δεν είναι ο χώρος για την σωστή της ανάπτυξη.

Όταν κοιτάζουμε μέσα μας και εξετάζουμε την ψυχολογική μας συνείδηση η όρασή μας φτάνει μόνο μέχρι τον εαυτό μας. Αποκτάμε επίγνωση των αισθημάτων μας, της εσωτερικής μας δραστηριότητας, των σκέψεών μας, των κρίσεων και των επιθυμιών μας. Δεν είναι υγιές το να έχουμε συνέχεια επίγνωση ή να παρακολουθούμε συνέχεια όλα αυτά τα πράγματα. Η συνεχής αυτοεξέταση δημιουργεί υπερβολική ένταση στην προσοχή γύρω από κινήσεις που θα ‘πρεπε να γίνονται αυτόματα και να παραμένουν απαρατήρητες. Όταν προσέχουμε πάρα πολύ τον εαυτό μας, οι ενέργειές μας γίνονται σπασμωδικές και σκοντάφτουμε. Έχουμε τόσα πολλά μπροστά μας ώστε γρήγορα παραλύουμε τελείως και γινόμαστε ανίκανοι να ενεργήσουμε σα φυσιολογικοί άνθρωποι.

Το καλύτερο, επομένως, είναι όταν προσευχόμαστε, ν’ αφήνουμε κατά μέρος την ψυχολογική συνείδηση. Όσο λιγότερο ασχολούμαστε μ’ αυτή τόσο το καλύτερο. Η αιτία που τόσοι πολλοί θρησκευόμενοι άνθρωποι πιστεύουν ότι δεν μπορούν να διαλογιστούν, να προσευχηθούν, είναι επειδή νομίζουν ότι ο διαλογισμός, η περισυλλογή, συνίσταται στο να έχουν θρησκευτικά συναισθήματα, σκέψεις ή συγκινήσεις για τα οποία έχει ο ίδιος ο εαυτός τους πρέπει να έχει ακριβή επίγνωση. Μόλις αρχίζουν να διαλογίζονται, αρχίζουν να εξετάζουν την ψυχολογική συνείδηση μήπως κι έχουν καμιά εμπειρία άξια λόγου. Βρίσκουν κάτι λίγο ή τίποτα. Τότε ή καταπονούν τους εαυτούς τους για να προκαλέσουν εσωτερικές εμπειρίες ή διαφορετικά παραιτούνται με αηδία.

6. Η ψυχολογική συνείδηση είναι πολύ χρήσιμη σε μας όταν την αφήνουμε να ενεργήσει «ενστικτωδώς», αυτόματα, από μόνη της, χωρίς πολλούς λογισμούς από μέρους μας. Πρέπει να μπορούμε να βλέπουμε μέσα από τη συνείδησή μας χωρίς καθόλου να στεκόμαστε σ’ αυτή, να την εξετάζουμε. Όταν η συνείδηση λειτουργεί σωστά είναι πολυτιμότατη στην προσευχή: Γιατί δίνει τόνο και ποιότητα στη λειτουργία της ηθικής συνείδησης, η οποία πραγματικά έχει καίρια θέση στην προσευχή.

Μερικές φορές η ψυχολογική συνείδηση παραλύει γρήγορα κάτω από το στρες μιας μάταιης ενδοσκόπησης. Αλλά υπάρχει μια άλλη πνευματική λειτουργία που αναπτύσσεται και απελευθερώνει τις κρυφές δυνάμεις της για δράση: η αντίληψη του ωραίου. Δεν εννοώ μ’ αυτό ότι πρέπει να περιμένουμε τη συνείδησή μας ν’ ανταποκρίνεται στο ωραίο σα να ήταν ένα στείρο και εσωτερικό ή ατομικό πράγμα. Οφείλουμε να ζούμε με εγρήγορση την πραγματικότητα, για να βλέπουμε το ωραίο παντού τριγύρω μας. Το ωραίο είναι απλά η ίδια η πραγματικότητα, η οποία γίνεται αντιληπτή μ’ ένα ιδιαίτερο τρόπο που της δίνει μια λαμπρή αξία εντελώς δική της. Καθετί που υπάρχει είναι ωραίο εφόσον είναι αληθινό. Αν και μπορεί τα πράγματα να μην φαίνονται πάντοτε ωραία σε μας, προσωπικά, ένεκα κάποιων συνειρμικών λειτουργιών που γίνονται, π.χ. τα φίδια είναι όμορφα, αλλά όχι για μας.

Ένα στοιχείο από τα πιο σημαντικά και πιο «αμελητέα» στοιχεία, στις απαρχές της εσωτερικής ζωής, είναι η ικανότητα ν’ ανταποκρινόμαστε στην πραγματικότητα. Να βλέπουμε την αξία και την ομορφιά σε συνηθισμένα πράγματα. Να είμαστε «ζωντανοί», ευαισθητοποιημένοι στο μεγαλείο που υπάρχει, παντού, τριγύρω μας, στα δημιουργήματα του Θεού. Δεν τα βλέπουμε αυτά τα πράγματα επειδή έχουμε αποτραβηχτεί απ’ αυτά. Βέβαια, κατά κάποιο τρόπο, είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε αυτό: Στη σύγχρονη ζωή οι αισθήσεις μας συνεχώς βομβαρδίζονται με ερεθίσματα απ’ όλες τις πλευρές. Αν λοιπόν δεν αναπτύξουμε ένα είδος προστατευτικής «αναισθησίας», θα τρελαθούμε προσπαθώντας ν‘ ανταποκριθούμε ταυτόχρονα στην πολλαπλή πληροφόρηση!

Το πρώτο βήμα στην εσωτερική ζωή, τη σημερινή εποχή, δεν είναι, όπως μερικοί ίσως φαντάζονται, το να μάθουμε να μη βλέπουμε, να μη γευόμαστε, να μην ακούμε και να μην αισθανόμαστε πράγματα. Το αντίθετο, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι ν’ αρχίσουμε να ξεμαθαίνουμε τους λάθος τρόπους με τους οποίους βλέπουμε, γευόμαστε, αισθανόμαστε κ.λ.π. και ν’ αποκτήσουμε μερικούς απ’ αυτούς που είναι σωστοί. Γιατί ασκητισμός δεν είναι απλά ζήτημα απάρνησης της τηλεόρασης, του τσιγάρου και του τζίν (του ποτού). Πριν να μπορέσουμε ν’ αρχίσουμε να είμαστε ασκητικοί, πρέπει πρώτα να μάθουμε να βλέπουμε τη ζωή σαν κάτι περισσότερο από ένα πρόγραμμα τηλεόρασης που μας υπνωτίζει. Και πρέπει να είμαστε ικανοί να γευόμαστε κάτι άλλο εκτός από το τσιγάρο και το αλκοόλ. Ίσως θα έπρεπε να ήμασταν ικανοί ακόμη και να γευόμασταν αυτές τις πολυτέλειες σαν να ήταν κι αυτές καλές.

Πως μπορεί η συνείδησή μας να μας πει αν έχουμε απαρνηθεί κάποια πράγματα, αν πρώτα απ’ όλα, δε μας πει ότι ξέρουμε να τα χρησιμοποιούμε σωστά; Γιατί η απάρνηση δεν είναι αυτοσκοπός: μας βοηθάει να χρησιμοποιούμε τα πράγματα πιο σωστά. Μας βοηθάει να τα δίνουμε. Αν η πραγματικότητα μας σκανδαλίζει, αν την αποστρεφόμαστε με αηδία, σε ποιον θα τη θυσιάσουμε; Πώς θα την εξαγιάσουμε; Πώς θα την κάνουμε δώρο στο Θεό και στους ανθρώπους;

Σε μια αισθητική εμπειρία, δηλαδή, στη δημιουργία ή στο στοχασμό-κριτική σ’ ένα έργο τέχνης η ψυχολογική συνείδηση μπορεί να πετύχει τον πιο υψηλό και πιο τέλειο προορισμό της. Η τέχνη μας κάνει να βρίσκουμε και να χάνουμε ταυτόχρονα τους εαυτούς μας. Ο νους, που αντιλαμβάνεται και ανταποκρίνεται στις διανοητικές και πνευματικές αξίες που είναι κρυμμένες σ’ ένα ποίημα, σ’ ένα έργο ζωγραφικής, σ’ ένα κομμάτι μουσικής, ανακαλύπτει μια πνευματική ζωντάνια ή ενέργεια που το ανεβάζει πάνω από τον εαυτό του, τον βγάζει από τον εαυτό του και τον βάζει μπροστά στον εαυτό του σ’ ένα επίπεδο ύπαρξης, που δε φανταζόταν ότι θα μπορούσε ποτέ να φτάσει.

7. Η ψυχή που σκαλίζει και περιεργάζεται τον εαυτό της στην απομόνωση της δικής της ανιαρής αυτοανάλυσης φτάνει σε μια αυτοεπίγνωση που είναι ένα βάσανο και μια παραμόρφωση της όλης προσωπικότητάς της. Όμως το πνεύμα, που βρίσκει τον εαυτό του πάνω από τον εαυτό του μέσα από την έντονη και ξεκάθαρη αντίδρασή του ή την ανταπόκρισή του σ’ ένα έργο τέχνης, έχει «αυτογνωσία» με ένα τρόπο που είναι παραγωγικός και υπέροχος. Ένα τέτοιο πνεύμα βρίσκει μέσα του εντελώς νέες ικανότητες για σκέψη, όραση, και ηθική δραστηριότητα. Χωρίς καθόλου αυτοανάλυση «ανακάλυψε» τον εαυτό του, ανακαλύπτοντας την ικανότητά του ν’ ανταποκρίνεται σε μια αξία που τον ανυψώνει πάνω από το συνηθισμένο του επίπεδο. Αυτή η ίδια η ανταπόκρισή του τον κάνει καλύτερο και διαφορετικό. Έχει την αίσθηση μιας καινούργιας ζωής και καινούργιων δυνάμεων και δεν είναι παράξενο ότι θα προχωρήσει και θα τις αναπτύξει.

Είναι σημαντικό, στη ζωή της προσευχής, να μπορείς ν’ ανταποκρίνεσαι σε τέτοιες ελλάμψεις αισθητικής αντίληψης ή διαίσθησης. Η Εκκλησία ποτέ δεν θεώρησε ότι η τέχνη και η προσευχή βρίσκονται σε αντιπαλότητα. Και όπου η Εκκλησία κράτησε μια αυστηρή στάση ήταν μόνο γιατί επέμενε στην ουσιώδη διαφορά μεταξύ τέχνης και διασκέδασης. Η αυστηρότητα, η βαρύτητα, η σοβαρότητα, και η δύναμη της Γρηγοριανής ψαλτικής, η Cistercian[1] αρχιτεκτονική του δωδεκάτου αιώνα, τα Καρολίνια λεπτά και ακριβή χειρόγραφα, έχουν πολλά να πουν για τη ζωή της προσευχής. Στο παρελθόν είχαν να κάνουν πολύ με τη διαμόρφωση της προσευχής και τη θρησκευτική συνείδηση των αγίων. Κι αυτό πάντα το έκαναν ανάλογα με το πόσο ελευθέρωναν ή αποδέσμευαν τις ψυχές από την επικέντρωση στον εαυτό τους, κι από την απλή ή επιφανειακή επίσης θεώρηση των «τεχνικών» αξιών της τέχνης και του ασκητισμού. Κάποιος μπορεί να είναι ταυτόχρονα βαθύς γνώστης της ψαλτικής τέχνης και άνθρωπος της προσευχής. Αλλά οι στιγμές της προσευχής και της τεχνοκριτικής συνήθως δε συμπίπτουν.

Το γεγονός ότι η Εκκλησία έχει δώσει έμφαση στη λειτουργία της τέχνης στην κοινή της προσευχή, οφείλεται στο ότι, επειδή γνώριζε ότι η αληθινή και έγκυρη αισθητική διατύπωση και έκφραση ήταν απαραίτητη για την όλη Χριστιανική ζωή και λατρεία. Η Θεία Λειτουργία, η ψαλμωδία και η εκκλησιαστική τέχνη, όλα μαζί, θεωρούνται ότι διαμορφώνουν και κάνουν πνευματική τη συνείδηση του ανθρώπου. Του δίνουν τόνο και ωριμότητα, χωρίς τα οποία η προσευχή του δεν μπορεί φυσιολογικά να είναι ούτε πολύ βαθιά, ούτε πολύ πλατειά, ούτε πολύ καθαρή.

Υπάρχει ένας μόνο λόγος που το παραπάνω είναι εντελώς αληθινό: η τέχνη δεν είναι αυτοσκοπός. Εισάγει την ψυχή σε μια ανώτερη πνευματική κατάσταση, την οποία εκφράζει και κατά κάποιο τρόπο επεξηγεί. Η μουσική, η τέχνη, και η ποίηση πετυχαίνουν μια συγχορδία της ψυχής με τον Θεό, επειδή την φέρνουν σ’ ένα είδος επαφής με το Δημιουργό και Κυβερνήτη του σύμπαντος. Η ιδιοφυία του καλλιτέχνη βρίσκει το δρόμο της: όντας η ίδια δημιουργική και συναφής με την όλη δημιουργία, με φυσικό τρόπο φτάνει στο ζωντανό νόμο, που κυβερνάει το σύμπαν. Αυτός ο νόμος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μυστική βαρύτητα που ελκύει όλα τα πράγματα προς τον Θεό, ο Οποίος είναι το κέντρο τους. Εφόσον η αληθινή τέχνη αποκαλύπτει την λειτουργία αυτού του ίδιου νόμου στα βάθη της φύσης μας, μας ευαισθητοποιεί στο καταπληκτικό μυστήριο της ύπαρξης, μέσα στο οποίο εμείς οι ίδιοι μαζί με όλα τα άλλα όντα που ζουν και υπάρχουν, ερχόμαστε από τα βάθη του Θεού και ξαναγυρίζουμε σ’ Αυτόν. Η τέχνη που δεν πετυχαίνει κάτι τέτοιο δεν είναι άξια του ονόματός της.

8. Πριν να περάσουμε από την ψυχολογική συνείδηση στην ηθική συνείδηση, ας κοιτάξουμε το υποσυνείδητο. Πάρα πολλοί θρησκευόμενοι άνθρωποι αγνοούν τελείως το υποσυνείδητο: Ή υποθέτουν ότι δεν παίζει κανένα ρόλο στη ζωή μας, ή θεωρούν ότι είναι απλά μια παλιά σοφίτα που δεν αξίζει να την επισκεφτείς, γεμάτη σκουπίδια από τα οποία προέρχονται τα όνειρά μας.

Θα ήταν, επίσης, μεγάλο λάθος να κάνουμε την εσωτερική ζωή ένα ψυχολογικό πείραμα και να κάνουμε την προσευχή μας αντικείμενο ψυχανάλυσης. Αν είναι αληθινή προσευχή και έχει κάποια ισχύ δεν χρειάζεται μια τέτοια ανάλυση. Όμως, σημείωσε, είπα «αν». Γιατί αν δεν είναι αληθινή προσευχή, μπορεί θαυμάσια να επωφεληθεί απ’ αυτή την ανάλυση. Η αποκαρδιωτική επικράτηση του ψεύτικου μυστικισμού, το νεκροποιό δέλεαρ του νόθου ασκητισμού, που μερικές φορές παγιδεύει τις θρησκευόμενες ψυχές, και η συνηθισμένη υποκατάσταση του αληθινού θρησκευτικού αισθήματος με τον συναισθηματισμό, όλα αυτά τα πράγματα επιβάλλουν μια μικρή έρευνα στο υποσυνείδητο για το τί περνάει σαν «θρησκεία». Όμως, αυτό δεν είναι με κανένα τρόπο το θέμα του παρόντος βιβλίου.

Μόνο λίγες παρατηρήσεις χρειάζεται να γίνουν εδώ.

Το υποσυνείδητο παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην εσωτερική ζωή, αν και παραμένει πίσω από την σκηνή. Όπως ένα καλό έργο εξαρτάται από τα σκηνικά, το φωτισμό και όλα τα υπόλοιπα, έτσι και η εσωτερική μας ζωή οφείλει πολλά από τα χαρακτηριστικά της: με το σκηνικό, το φωτισμό, το βάθος και την ατμόσφαιρα, στο υποσυνείδητο, χωρίς καμιά δική μας θεληματική ενέργεια.

Μερικές φορές όντως συμβαίνει το εξής: όλος ο τόνος και η ατμόσφαιρα της ζωής της προσευχής ενός ανθρώπου π.χ. μια ιδιαίτερη έμφαση στην απομόνωση ή στην θυσία ή στον ασκητισμό ή στην λαμπρή αποστολική δραστηριότητα, επηρεάζεται από στοιχεία του υποσυνείδητου. Επειδή το υποσυνείδητο είναι μια αποθήκη με εικόνες και σύμβολα, ίσως θα έλεγα και «εμπειρίες», που μας προμηθεύει πάνω από τα μισά «υλικά» αυτού που πραγματικά βιώνουμε σα «ζωή». Χωρίς να το ξέρουμε βλέπουμε την πραγματικότητα με γυαλιά χρωματισμένα από υποσυνείδητες μνήμες και προηγούμενες εμπειρίες.

Επομένως, είναι σημαντικό ότι το υποσυνείδητό μας δίνει την δυνατότητα στον πραγματικό εαυτό μας να ζει.

Πράγματι συμβαίνει συχνά ο αληθινός εαυτός ενός ανθρώπου να είναι κυριολεκτικά θαμμένος στο υποσυνείδητο, και ποτέ να μην έχει την ευκαιρία να εκφραστεί, παρά μόνο με συμβολική διαμαρτυρία ενάντια στην τυραννία μιας στραβά διαμορφωμένης συνείδησης που επιμένει να παραμένει ανώριμη.

Δεν ισχυρίζομαι ότι θα πρέπει να προσπαθήσουμε χωρίς εξάσκηση και πείρα να εξερευνήσουμε τα βάθη του υποσυνειδήτου μας. Αλλά οφείλουμε τουλάχιστον να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν, και ότι είναι σημαντικά. Πρέπει επίσης να έχουμε την ταπείνωση να παραδεχτούμε ότι δεν ξέρουμε τα πάντα για τον εαυτό μας, και ότι δεν είμαστε έμπειροι ή ικανοί να κυβερνάμε ούτε την ίδια τη ζωή μας. Οφείλουμε να σταματήσουμε να παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τα «συνειδητά» μας σχέδια και αποφάσεις! Πολύ πιθανό να μην είμαστε ούτε οι μάρτυρες, ούτε οι μύστες ή οι απόστολοι, ή οι οδηγοί ή οι εραστές του Θεού, που φανταζόμαστε τους εαυτούς μας ότι είναι. Ίσως το υποσυνείδητό μας προσπαθεί να μας το πει αυτό με πολλούς τρόπους, αλλά κωφεύουμε. Έχουμε «εξασκηθεί» τόσο πολύ στο να θεωρούμε τους εαυτούς μας δίκαιους!

9. Η ψυχολογική συνείδηση είναι δευτερεύουσα στην πνευματική ζωή. Η ψυχολογική συνείδηση, αν και μπορεί να έχει περιστασιακά κάποιες αναλαμπές από την ύψιστη πραγματικότητα, δεν μπορεί να παραμείνει για πολύ ενωμένη με μια σφαίρα που είναι πέρα από την αντίληψή μας. Όμως, η ηθική συνείδηση μπορεί.

Η ηθική συνείδηση μεταφράζει και διασκευάζει τους γενικούς νόμους της ύπαρξης σε πιο συγκεκριμένους ηθικούς νόμους. Και το πιο σημαντικό είναι: όχι μόνο μεταφράζει τον ηθικό νόμο και τον προσαρμόζει στις περιστάσεις της ζωής μας, αλλά αντιλαμβάνεται, κάθε στιγμή, συγκεκριμένα, αυτό που είναι πολύ πιο πάνω απ’ οποιοδήποτε αφηρημένο κανόνα συμπεριφοράς. Η ηθική συνείδηση, δείχνοντάς μας τον δρόμο της υπακοής στις εμπνεύσεις της αληθινής χάρης, αρπάζει και κατέχει κάθε στιγμή το νόμο της ζωής, που είναι το θέλημα και η αγάπη του Θεού για μας.

Η διάκριση μεταξύ της γενικής, αφηρημένης, διατύπωσης του ηθικού νόμου, και της ζωντανής, προσωπικής, συγκεκριμένης φανέρωσης του θελήματος του Θεού στη ζωή μας, είναι μια από τις θεμελιώδεις αλήθειες του χριστιανισμού: η διάκριση, δηλαδή, μεταξύ του γράμματος που σκοτώνει και του πνεύματος που ζωοποιεί. Ο Ιησούς, ο Οποίος ήρθε όχι για να καταργήσει το νόμο, αλλά να εκπληρώσει κάθε λεπτομέρεια, κάθε γιώτα και κεραία του νόμου, (Ματθ. 5,17-18), δίδαξε επίσης, ότι, για να εκπληρωθεί ο νόμος θα πρέπει να «ταρακουνηθούν» λίγο οι νομοδιδάσκαλοι.

Η δικαιοσύνη των γραμματέων, που καταλάβαιναν τέλεια το γράμμα του νόμου, δεν ήταν αρκετή για να γίνει κάποιος αποδεχτός στη Βασιλεία των Ουρανών. Ήταν απαραίτητο να ολοκληρωθεί ο νόμος πνευματικά και αληθινά. Ήταν απαραίτητο για τους ανθρώπους να τελειοποιηθούν στο νόμο, όχι με την εξωτερική τήρηση των εντολών αλλά με την εσωτερική μεταμόρφωση όλου του είναι τους, να γίνουν, δηλαδή, παιδιά του Θεού. Να γίνουν παιδιά του ουράνιου Πατέρα τους, τέλεια, όπως κι Εκείνος είναι τέλειος (Ματθ. 5,45-48). Να μην τηρούν πια το νόμο με μια τυπική «τελειότητα», που δεν εκπληρώνει τον όλο σκοπό του νόμου, αλλά να καταλάβουν ότι το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο, και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο. Θα πάψουν ν’ αχρηστεύουν το νόμο του Θεού χάρη των ανθρώπινων παραδόσεων των τυπολατρών και των νομικών, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον Ιησού, όταν εδίδασκε ότι ο άνθρωπος πρέπει να γεννηθεί από το Άγιο Πνεύμα για να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού.[2]

Με τη χάρη του Χριστού πεθαίνουμε ως προς το γράμμα του νόμου, κι έτσι η συνείδησή μας δε βλέπει πια τα πράγματα κάτω από το νεκρό φως των τύπων και της εξωτερικής, ψυχρής παρατήρησης. Οι καρδιές μας αρνούνται το στεγνό κέλυφος της κυριολεκτικά αφηρημένης θεωρίας και πεινάνε για το ψωμί που δίνει ζωή και το αιώνιο νερό, ύδωρ, του Πνεύματος που αναβλύζει αιώνια ζωή.

«Ώστε, αδελφοί μου, και σεις έχετε θανατωθεί ως προς το Νόμο χάρη στο σώμα του Χριστού… έχουμε αποδεσμευθεί από το Νόμο, έχοντας πεθάνει ως προς αυτόν, που πριν μας κατείχε, ώστε να δουλεύουμε, να ζούμε σε μια νέα κατάσταση που χαρίζει το Πνεύμα, και όχι στην παλαιότητα του γράμματος». (Ρωμ. 7, 4,6). Ο νόμος της ζωής στην Καινή Διαθήκη, της χάρης του Χριστού, δεν είναι απλά ένα γραπτό ντοκουμέντο. Είναι η εκπλήρωση, με τη βοήθεια της Χάρης, του σχεδίου του Θεού στη συνείδηση εκείνων που ανταποκρίνονται στις νύξεις της χάρης Του. Ο καινούργιος νόμος δεν είναι απλά ένας εξωτερικός κώδικας συμπεριφοράς, αλλά μια εσωτερική ζωή, η ζωή του ίδιου του Ιησού, ο Οποίος ζει μέσω του Πνεύματός Του μέσα σ’ εκείνους που παραμένουν ενωμένοι μαζί Του με τη βοήθεια της Χάρης. Ο καινούργιος νόμος εκφράζεται όχι μόνο με απαιτήσεις από μας, μέσω των θεϊκών και εκκλησιαστικων παραγγελμάτων, αλλά πάνω απ’ όλα το Ίδιο το Άγιο Πνεύμα, ζωντανό και ενεργό στα βάθη των ψυχών μας επείγεται, συνεχώς παροτρύνοντάς μας, να παραδώσουμε τη θέλησή μας στην έλξη της βαρύτητας της αγάπης, ελκύοντάς μας μέσω της αυτοθυσίας, και να εκπληρώσουμε το θέλημα του Θεού στην ίδια τη ζωή μας.

Ο Απόστολος Παύλος ήξερε ότι τα δικά του εμπνευσμένα γραπτά δεν ήταν τίποτα συγκρινόμενα με τα «γραπτά» του Χριστού στις καρδιές εκείνων που Τον άκουσαν. «Είστε επιστολή του Χριστού», είπε στους Κορίνθιους, «δοσμένη από μας και γραμμένη όχι με μελάνι, αλλά με τη χάρη του Πνεύματος του ζωντανού Θεού… ο Οποίος μάς ανέδειξε ικανούς διακόνους της Καινής Διαθήκης, όχι του γράμματος αλλά του πνεύματος. Επειδή το γράμμα σκοτώνει, ενώ το πνεύμα ζωογονεί (Β’ Κορ. 3, 3,6).

10. Όλο το έργο, λοιπόν, της ζωής της προσευχής είναι να φωτίσει και να δυναμώνει τη συνείδησή μας, ώστε όχι μόνο να αντιλαμβάνεται και να γνωρίζει τα εξωτερικά γραπτά εντάλματα του ηθικού και θεϊκού νόμου, αλλά, πάνω απ’ όλα, να ζει σύμφωνα με το νόμο του Θεού στη συγκεκριμένη πραγματικότητα μέσω μιας τέλειας και συνεχούς ένωσης ή ταύτισης με το θέλημά Του. Η συνείδηση, που είναι ενωμένη με το Άγιο Πνεύμα μέσω της πίστης, της ελπίδας και της ανιδιοτελούς αγάπης, γίνεται καθρέφτης του ίδιου του εσωτερικού νόμου του Θεού, που είναι η αγάπη Του. Γίνεται τέλεια ελεύθερη. Γίνεται η ίδια νόμος για τον εαυτό της, αφού είναι τελείως υποταγμένη στο θέλημα του Θεού και στο Πνεύμα Του. Στην τελειότητα της υπακοής της «γεύεται και βλέπει ότι ο Κύριος είναι γλυκύς», και καταλαβαίνει το νόημα της φράσης του Απ. Παύλου: «ο νόμος δε δόθηκε για τον δίκαιο» (Α’ Τιμ. 1,9).

11. Δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε μια συνείδηση για μας. Έχουμε κάποια από τη γέννησή μας. Και άσχετα από το πόσο, ίσως, την αγνοούμε, δεν μπορούμε να παρασιωπήσουμε τη συνεχή της απαίτηση να κάνουμε το καλό και να αποφεύγουμε το κακό. Όσο πολύ κι αν αρνούμαστε την ελευθερία μας και την ηθική μας ευθύνη, η λογική ψυχή μας κράζει για μια ηθική και μια πνευματική ελευθερία χωρίς την οποία ξέρει ότι δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένη. Το πρώτο καθήκον κάθε ανθρώπου είναι ν’ αναζητήσει τον φωτισμό και την υπακοή (πειθαρχία), χωρίς την οποία η συνείδησή του δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα της ζωής. Και ένα από τα πρώτα καθήκοντα της κοινωνίας, προς τους ανθρώπους που την αποτελούν, είναι να τους κάνει ικανούς να δεχτούν την πνευματική μόρφωση που χρειάζονται για να ζήσουν μέσα στο φως μιας συνετής και ώριμης συνείδησης. Λέω «πνευματικής» και όχι απλά «θρησκευτικής», γιατί η θρησκευτική μόρφωση μερικές φορές δεν είναι παρά ένας εξωτερικός τύπος και συνεπώς δεν είναι πραγματικά θρησκευτική ούτε αποτελεί «μόρφωση» της ψυχής.

12. Όποιος ο άνθρωπος, τέτοια και η προσευχή του. Γινόμαστε αυτό που εμείς κάνουμε τον εαυτό μας, με τον τρόπο που απευθυνόμαστε, επικοινωνούμε, με τον Θεό. Ο άνθρωπος που ποτέ δεν προσεύχεται είναι εκείνος που προσπαθεί να φύγει μακριά από τον εαυτό του, γιατί έχει φύγει από τον Θεό. Όμως, όσο ψεύτικος κι αν είναι, είναι πιο αληθινός από τον άνθρωπο που προσεύχεται στον Θεό με μια καρδιά απατηλή, μια καρδιά που ψεύδεται.

Ο αμαρτωλός που φοβάται να προσευχηθεί στον Θεό, που προσπαθεί ν’ αρνηθεί τον Θεό στην καρδιά του, είναι, ίσως, πιο κοντά στην εξομολόγηση προς τον Θεό, από τον αμαρτωλό που στέκεται μπροστά στον Θεό, περήφανος για το αμάρτημά του, γιατί το θεωρεί αρετή. Ο πρώτος είναι πιο τίμιος απ’ ό,τι νομίζει, επειδή παραδέχεται την πραγματικότητα της κατάστασής του. Ομολογεί ότι δεν βρίσκεται σε ειρήνη με τον Θεό. Ο τελευταίος δεν είναι μόνο ο ίδιος ψεύτης, αλλά προσπαθεί να κάνει και τον Θεό επίσης ψεύτη, επικαλούμενος Αυτόν για ν’ αποδεχτεί το ψέμα του. Τέτοιος ήταν ο Φαρισαίος στην παραβολή: ο άγιος άνθρωπος, που ασκούσε πολλές αρετές. Αλλά ψευδόταν μπροστά στον Θεό, επειδή θεωρούσε ότι η ευσέβειά του τον έκανε καλύτερο από τους άλλους ανθρώπους. Μισούσε τους αμαρτωλούς, και λάτρευε έναν ψεύτικο θεό, που τους μισούσε όπως και κείνος.

13. Ο Θεός εμπνέει την προσευχή στα βάθη της δικής μας μηδαμινότητας. Είναι μια κίνηση ή εκδήλωση εμπιστοσύνης, ευγνωμοσύνης, λατρείας ή λύπης, που μας βάζει μπροστά στον Θεό, βλέποντας Εκείνον και τους εαυτούς μας μέσα στο φως της άπειρης αλήθειας Του, και μας παρακινεί να Του ζητήσουμε έλεος, πνευματική δύναμη και υλική βοήθεια, που όλοι χρειαζόμαστε. Ο άνθρωπος του οποίου η προσευχή είναι τόσο «καθαρή», ώστε ποτέ δε ζητάει κάτι από τον Θεό, δε γνωρίζει ούτε τι είναι ο Θεός, ούτε ποιος είναι ο ίδιος, αφού δε συναισθάνεται ότι έχει ανάγκη τον Θεό.

Κάθε αληθινή προσευχή, κατά κάποιο τρόπο, μαρτυρεί την απόλυτη εξάρτησή μας από τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Επομένως, είναι μια βαθειά και ζωντανή επαφή μ’ Εκείνον, που γνωρίζουμε ότι είναι όχι μόνο Κύριος αλλά και Πατέρας. Μόνο όταν προσευχόμαστε ειλικρινά υπάρχουμε πραγματικά. Έτσι η ύπαρξή μας φτάνει σε μεγάλο βαθμό τελειότητας, πράγμα που αποτελεί μια από τις πιο τέλειες ενέργειές της ή συνέπειές της. Όταν παύουμε να προσευχόμαστε, πέφτουμε πάλι στο μηδέν, στην ανυπαρξία. Στην «πραγματικότητα» εξακολουθούμε να υπάρχουμε. Όμως, αφού ο κύριος λόγος της ύπαρξής μας είναι η γνώση και η αγάπη του Θεού, όταν η συνειδητή επαφή μαζί Του διακοπεί, τότε ή κοιμόμαστε ή πεθαίνουμε. Βέβαια, δεν μπορούμε πάντοτε, ή έστω συχνά, να έχουμε καθαρή επίγνωση Αυτού. Η πνευματική εγρήγορση απαιτεί μόνο τη συνήθη αίσθηση της παρουσίας Αυτού, η οποία συνοδεύει όλες τις πράξεις μας μέσα σε μια πνευματική ατμόσφαιρα, χωρίς τυπικά, εξωτερικά, να τραβάει την προσοχή μας, εκτός από κάποιες στιγμές οξύτερης αντίληψης ή βαθύτερης αίσθησης. Όμως, αν ο Θεός μάς εγκαταλείψει τελείως, ώστε να μην έχουμε πλέον διάθεση να Τον σκεφτούμε με αγάπη, τότε πνευματικά είμαστε νεκροί.

Ο περισσότερος κόσμος είναι ή κοιμισμένος ή νεκρός. Οι θρησκευόμενοι άνθρωποι είναι, οι περισσότεροι, κοιμισμένοι. Οι μη θρησκευόμενοι είναι νεκροί. Εκείνοι που κοιμούνται χωρίζονται σε δύο κατηγορίες και μοιάζουν με τις παρθένες στην παραβολή, που περίμεναν τον Νυμφίο: Οι φρόνιμες έχουν λάδι στα λυχνάρια τους. Δηλαδή, έχουν απαρνηθεί τον εαυτό τους και τις μέριμνες του κόσμου, και είναι γεμάτες με αγάπη. Πραγματικά, περιμένουν τον Νυμφίο, και δεν επιθυμούν τίποτα άλλο παρά τον ερχομό Του. Έστω κι αν πέφτουν σε ύπνο, καθώς Τον περιμένουν να εμφανιστεί. Αλλά, οι άλλες δεν είναι μόνο κοιμισμένες. Είναι γεμάτες με άλλα όνειρα και άλλες επιθυμίες. Τα λυχνάρια τους είναι άδεια επειδή έχουν κατακάψει τους εαυτούς τους με τη σοφία τη σαρκική και τη ματαιοδοξία τους. Όταν Εκείνος έρχεται, είναι πολύ αργά γι’ αυτές ν’ αγοράσουν λάδι. Ανάβουν τα λυχνάρια τους όταν Εκείνος έχει πια φύγει. Έτσι, πέφτουν πάλι να κοιμηθούν, με άχρηστα λυχνάρια, κι όταν ξυπνάνε τα ευπρεπίζουν για να εξετάσουν, για μια ακόμη φορά, τα πράγματα ενός κόσμου που πεθαίνει.

14. Στην προσευχή υπάρχουν πολλά επίπεδα προσοχής.

Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει μια καθαρά εξωτερική προσοχή. «Λέμε προσευχές» με τα χείλη μας, αλλά η καρδιά μας δεν ακολουθεί αυτά που λέμε, αν και νομίζουμε ότι μας αρέσει να εννοούμε αυτά που λέμε. Αν δεν καλλιεργήσουμε κάτι καλύτερο απ’ αυτό, τότε σπάνια θα προσευχόμαστε αληθινά. Αν είμαστε αρκετά ικανοποιημένοι να προσευχόμαστε χωρίς να δίνουμε προσοχή στην προσευχή μας ή στον Θεό, αυτό δείχνει ότι δεν ξέρουμε αρκετά για το ποιος ή τι είναι ο Θεός, και ότι δεν εκτιμάμε πραγματικά τη χάρη και το προνόμιο να μπορούμε να μιλάμε σ’ Εκείνον με την προσευχή. Η προσευχή, λοιπόν, είναι δώρο του Θεού. Ένα δώρο το οποίο με κανέναν τρόπο δεν δίνεται σε όλους τους ανθρώπους. Ίσως δίνεται σε λίγους, γιατί λίγοι το επιθυμούν. Και από κείνους που το έχουν δεχτεί, λίγοι το δέχονται  με ευγνωμοσύνη.

Άλλες φορές σκεφτόμαστε τον Θεό στην προσευχή, αλλά οι σκέψεις μας γι’ Αυτόν δεν έχουν σχέση με την προσευχή. Είναι σκέψεις γύρω απ’ Αυτόν, που δεν εξασφαλίζουν όμως μια επαφή μαζί Του. Έτσι, ενώ προσευχόμαστε, συλλογιζόμαστε τον Θεό, την πνευματική ζωή ή φτιάχνουμε κηρύγματα ή βρίσκουμε θεολογικά επιχειρήματα. Αυτές οι σκέψεις είναι καλές στη σωστή θέση τους. Αλλά, αν πάρουμε την προσευχή στα σοβαρά, οι σκέψεις αυτές δεν είναι προσευχή. Γιατί τέτοιες σκέψεις δεν ικανοποιούν την ψυχή, που ποθεί να βρει τον Θεό στην προσευχή. Αντίθετα, την αφήνουν άδεια και ανικανοποίητη. Ταυτόχρονα, αν κάποιος είναι πραγματικά άνθρωπος της προσευχής, στοχαστικές σκέψεις γύρω από τον Θεό την ώρα της μελέτης ή της διανοητικής εργασίας μπορούν συχνά να τον οδηγήσουν στην προσευχή και να δώσουν τόπο σ’ αυτή, αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι η προσευχή είναι γι’ αυτόν κάτι παραπάνω από στοχασμός.

Στην προσευχή, επίσης, έχουμε περισπασμό από τις πρακτικές δυσκολίες μας: τα προβλήματα από το είδος της ζωής μας και τα καθήκοντα που έχουμε να κάνουμε. Δεν είναι δυνατό πάντοτε ν’ αποφεύγουμε τέτοιους περισπασμούς. Αλλά, αν γνωρίζουμε τι σημαίνει προσευχή και τι είναι ο Θεός, μπορούμε να μετατρέψουμε αυτές τις ίδιες τις σκέψεις σε κίνητρα για προσευχή. Όμως, δε θα ικανοποιηθούμε με μια τέτοια προσευχή. Είναι, πραγματικά, καλό να μετατρέπουμε τους περισπασμούς σε υλικό για αιτήσεις και ικεσίες, αλλά είναι καλύτερα να μην έχουμε περισπασμούς ή, τουλάχιστον, οι περισπασμοί μας να μη μας απομακρύνουν από τον Θεό.

Υπάρχει, λοιπόν, η προσευχή που γίνεται σωστά: λέξεις ή σκέψεις που εξυπηρετούν τον σκοπό τους και οδηγούν το νου μας και την καρδιά μας στον Θεό. Στην προσευχή μας παίρνουμε φώτιση, ώστε να εφαρμόζουμε αυτές τις σκέψεις στα δικά μας προβλήματα και δυσκολίες, σ’ εκείνα των φίλων μας ή σ’ εκείνα της Εκκλησίας. Όμως, μερικές φορές, αυτή η προσευχή η οποία είναι, βέβαια, έγκυρη, αφήνει την καρδιά μας ανικανοποίητη επειδή έχει να κάνει περισσότερο με τα προβλήματά μας, με τους φίλους μας και τους εαυτούς μας, παρά με τον Θεό. Ωστόσο, αν είμαστε ταπεινοί, θα είμαστε ευγνώμονες ακόμη και γι’ αυτό το λίγο φως στην προσευχή μας, και δε θα παραπονιόμαστε πολύ. Είναι μεγάλο πράγμα να δεχόμαστε έστω και λίγο φως από έναν τόσο μεγάλο Θεό.

Υπάρχει ένας καλύτερος τρόπος προσευχής, ένα μεγαλύτερο δώρο από τον Θεό, με τον οποίο διαβαίνουμε μέσα από την προσευχή σ’ Εκείνον και Τον αγαπάμε. Γευόμαστε την καλοσύνη του άπειρου ελέους Του. Νοιώθουμε ότι πραγματικά είμαστε παιδιά Του, παρόλο που γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε άξιοι να ονομαζόμαστε παιδιά του Θεού. Γνωρίζουμε το άπειρο έλεός Του, στο πρόσωπο του Ιησού και καταλαβαίνουμε το νόημα που έχει το γεγονός: εμείς οι αμαρτωλοί έχουμε πραγματικά ένα Σωτήρα. Και μαθαίνουμε τι είναι το να γνωρίζουμε τον Πατέρα μέσω αυτού του Σωτήρα, του Ιησού, του Υιού Του. Έτσι εισερχόμαστε σ’ ένα μεγάλο μυστήριο, που δεν μπορεί να εξηγηθεί, παρά μόνο να βιωθεί. Όμως, και σ’ αυτή ακόμη την προσευχή έχουμε την αίσθηση του εαυτού μας: μπορούμε να συλλογιζόμαστε τον εαυτό μας και να συνειδητοποιούμε ότι είμαστε το υποκείμενο αυτής της μεγάλης εμπειρίας της αγάπης, όπως επίσης και το αντικείμενο της αγάπης του Θεού.

Αρχικά, το στοιχείο αυτό του στοχασμού στην προσευχή μας δεν μας ενοχλεί. Αλλά καθώς ωριμάζουμε στην πνευματική ζωή, αρχίζει να γίνεται πηγή ανησυχίας και δυσαρέσκειας. Ντρεπόμαστε που ασχολούμαστε τόσο πολύ με τον εαυτό μας στην προσευχή μας. Θα ευχόμασταν να μην ήμασταν στη μέση. Θα ευχόμασταν η αγάπη μας για τον Θεό να μην είχε πια κηλίδες και νέφη, που παρουσιάζονται επειδή ξαναγυρίζουμε στον εαυτό μας. Θα ευχόμασταν να μην αισθανόμαστε ούτε και τη χαρά της αγάπης Του, γιατί φοβόμαστε μήπως η χαρά μας φέρει εγωισμό και αυταρέσκεια. Αν και είμαστε ευγνώμονες για την παρηγοριά και το φως της αγάπης Του, θα ευχόμασταν να μπορούσαμε εμείς να εξαφανιστούμε και να βλέπαμε μόνο τον Ιησού. Αυτές οι δύο στιγμές της προσευχής μοιάζουν με τις δύο φάσεις του οράματος του μεταμορφωμένου Χριστού, που είχαν οι Απόστολοι στο όρος Θαβώρ. Στην αρχή ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ήταν πανευτυχείς που έβλεπαν τον Ιησού, τον Μωυσή και τον Ηλία. Σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλό να κάνουν τρεις σκηνές και να μείνουν εκεί πάνω στο βουνό, για πάντα. Αλλά τους σκέπασε ένα σύννεφο, και μια φωνή ήρθε από το σύννεφο που τους γέμισε με φόβο. Και όταν ξαναβρήκαν τη συνηθισμένη όρασή τους δεν είδαν κανέναν άλλον παρά μόνο τον Ιησού.

Υπάρχει, έτσι, και ένα άλλο στάδιο στην προσευχή μας: Όταν η παρηγοριά δίνει τη θέση της στο φόβο. Είναι ένα στάδιο σκοτεινό, ένα στάδιο ψυχικής οδύνης και μεταστροφής. Γιατί εδώ μια μεγάλη αλλαγή συντελείται στο πνεύμα μας: Όλη η αγάπη μας για τον Θεό μάς φαίνεται πολύ ατελής, όπως και πραγματικά είναι. Αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε αν ποτέ Τον αγαπήσαμε. Με ντροπή και λύπη ανακαλύπτουμε ότι η αγάπη μας ήταν γεμάτη από αυταρέσκεια. Αν και θεωρούσαμε τους εαυτούς μας ταπεινούς, ήμασταν πλημμυρισμένοι από έπαρση. Είχαμε πολλή αυτοπεποίθηση, δεν φοβόμασταν τις αυταπάτες, δεν φοβόμασταν μήπως οι άλλοι μάς θεωρήσουν ανθρώπους της προσευχής. Τώρα, βλέπουμε τα πράγματα μέσα από ένα διαφορετικό φως. Γιατί βρισκόμαστε μέσα στη νεφέλη, και η φωνή του Πατέρα γεμίζει την καρδιά μας με ανησυχία και φόβο, λέγοντάς μας ότι δεν πρέπει πια να κοιτάζουμε τον εαυτό μας. Κι όμως, έντρομοι, δε βλέπουμε τον Ιησού. Όλο αυτό που βλέπουμε είναι ο εαυτός μας! Τότε αυτό που βρίσκουμε μέσα στην ψυχή μας καταντάει τρομερό για μας. Αντί να αποκαλούμε με ευχαρίστηση τους εαυτούς μας αμαρτωλούς, και κρυφά να πιστεύουμε ότι είμαστε δίκαιοι, αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε ότι τα αμαρτήματα της περασμένης μας ζωής ήταν πραγματικά αμαρτήματα, και πραγματικά δικά μας αμαρτήματα, και ότι δεν έχουμε μετανοιώσει γι’ αυτά! Και από τότε, που ήμασταν μεγάλοι αμαρτωλοί, μέχρι τώρα ακόμη, αμαρτάνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Γιατί, ήμασταν πολύ σίγουροι ότι ήμασταν οι φίλοι του Θεού: Πήραμε τα χαρίσματά Του με ελαφρότητα ή τα οικειοποιηθήκαμε. Τα στρέψαμε για εγωιστικό μας όφελος, και τα χρησιμοποιήσαμε για την ματαιοδοξία μας. Ακόμη, τα εκμεταλλευτήκαμε για να ανυψώσουμε τον εαυτό μας πάνω από τους άλλους ανθρώπους. Έτσι, μεταστρέφουμε με πολλούς τρόπους την αγάπη του Θεού σε φιλαυτία και «μεθάμε» με τα δώρα Του, χωρίς να Τον ευχαριστούμε ή χωρίς να τα χρησιμοποιούμε για τη δόξα Του.

Τότε, αρχίζουμε να βλέπουμε ότι ήταν δίκαιο και σωστό που μας εγκατέλειψε ο Θεός και μας άφησε να αντιμετωπίσουμε πολλούς και μεγάλους πειρασμούς. Δεν παραπονιόμαστε γι’ αυτούς τους πειρασμούς, γιατί είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε ότι απλά προέρχονται από τις σκοτεινές δυνάμεις που ήταν πάντοτε κρυμμένες πίσω από το προσωπείο των υποτιθέμενων αρετών μας. Σκοτεινά πράγματα βγαίνουν από τα βάθη της ψυχής μας, και πρέπει να τα λάβουμε υπόψη, και να τα αναγνωρίσουμε σαν δικά μας. Και μετά να τα αποβάλλουμε. Διαφορετικά θα τα φορτωθούμε για την αιωνιότητα. Κι όμως επιστρέφουν και δεν μπορούμε να γλυτώσουμε απ’ αυτά. Μας βασανίζουν στην προσευχή μας. Και ενώ τα έχουμε μπροστά μας και δεν μπορούμε να απαλλαγούμε απ’ αυτά, συνειδητοποιούμε πιο καθαρά, όσο ποτέ άλλοτε, πόσο πολύ χρειαζόμαστε τον Θεό, και τι τρομερό χρέος τιμής που έχουμε προς Αυτόν. Προσπαθούμε να προσευχηθούμε σ’ Αυτόν και φαίνεται ότι δεν μπορούμε να προσευχηθούμε. Τότε, αρχίζει μια πνευματική επαναξιολόγηση όλων αυτών που υπάρχουν μέσα μας. Αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε τι είναι αληθινό στα ιδανικά μας και τι δεν είναι!

Αυτός είναι ο καιρός που πραγματικά μαθαίνουμε να προσευχόμαστε θερμά, με ζήλο. Γιατί τώρα δεν είμαστε πια τόσο υπερήφανοι ώστε να περιμένουμε μεγάλα «φώτα» και παρηγοριές στην προσευχή μας. Είμαστε ικανοποιημένοι με την πιο ξερή φλούδα της πνευματικής τροφής, ευχαριστημένοι να  πάρουμε οτιδήποτε, ξαφνιασμένοι που ο Θεός μάς προσέχει έστω ελάχιστα. Κι αν δεν μπορούμε να προσευχηθούμε, πράγμα για το οποίο πρέπει να ενδιαφερθούμε, όμως γνωρίζουμε καλύτερα από ποτέ άλλοτε πόσο πολύ λαχταράμε να προσευχηθούμε. Αν μπορούσαμε κάπως να παρηγορηθούμε, αυτή θα ήταν η μόνη παρηγοριά μας.

Ο άνθρωπος που μπορεί να αντιμετωπίσει αυτή την ξηρασία και την εγκατάλειψη για πολύ χρόνο, με πολλή υπομονή, και δεν ζητά τίποτα περισσότερο από τον Θεό, παρά μόνο να κάνει το άγιο θέλημά Του και να μην Τον δυσαρεστεί, εισέρχεται τελικά στην καθαρή προσευχή. Εδώ η ψυχή πηγαίνει στον Θεό με την προσευχή, χωρίς πλέον ν’ αναφέρεται στον εαυτό της ή στην προσευχή της. Μιλάει σ’ Εκείνον, χωρίς να «ξέρει» τι λέει, γιατί ο Θεός ο Ίδιος έχει αποσπάσει το νου από τις λέξεις και τους λογισμούς του. Φτάνει στον Θεό χωρίς λογισμούς. Γιατί πριν ακόμη Τον συλλογιστεί, Εκείνος είναι ήδη παρών στα βάθη του πνεύματος, παρακινώντας τον να Τον αγαπήσει μ’ έναν τρόπο που δεν μπορεί να εξηγηθεί ή να κατανοηθεί. Ο χρόνος σε μια τέτοια προσευχή δεν έχει πλέον κανένα νόημα. Προχωράει με τις δικές του στιγμές. Στιγμές που μπορεί να διαρκέσουν ένα δευτερόλεπτο ή μία ώρα, χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε το ένα από το άλλο. Γιατί αυτή η προσευχή ανήκει περισσότερο στην αιωνιότητα παρά στον χρόνο.

Αυτή η βαθειά εσωτερική προσευχή έρχεται σε μας από μόνη της: Από τη μυστική κίνηση του Πνεύματος του Θεού, σε κάθε χρόνο και τόπο, είτε προσευχόμαστε είτε όχι. Μπορεί να έρθει όταν εργαζόμαστε, στο μέσο της καθημερινής μας ενασχόλησης, σ’ ένα γεύμα, σ’ έναν ήσυχο δρόμο, ή σ’ έναν πολυσύχναστο δρόμο, στη Θεία Λειτουργία, ή στην Εκκλησία, διαβάζοντας ψαλμούς στο αναλόγιο. Οπωσδήποτε, μια τέτοια προσευχή μάς ελκύει φυσικά προς την εσωτερική ακόμη και την εξωτερική ερημία. Δεν εξαρτάται από εξωτερικές συνθήκες. Όμως, προκαλεί μια τέτοια εσωτερική απομόνωση και ερημία στην ψυχή μας, που φυσικά πια κλίνουμε στο ν’ αναζητούμε την ησυχία και την απομόνωση, για το σώμα μας, καθώς επίσης και για την ψυχή μας. Και κάνει καλό στην ψυχή μας να βρίσκεται σε μόνωση για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν όμως, αναζητάει τη μοναξιά για τη δική της άνεση και παρηγοριά, έχει να υπομείνει περισσότερο σκοτάδι, περισσότερη ψυχική οδύνη και δοκιμασία. Η καθαρή προσευχή κυριεύει την καρδιά μας για πάντα, όταν δεν επιθυμούμε πια κανένα ιδιαίτερο φως ή χάρη ή παρηγοριά για τον εαυτό μας, και προσευχόμαστε χωρίς καμιά αυτάρεσκη σκέψη.

Τελικά, η καθαρότατη προσευχή είναι κάτι το οποίο δεν μπορείς να συλλογιστείς, παρά μόνο όταν έχει τελειώσει. Και όταν η χάρη έχει φύγει, δε ζητάμε πια να κάνουμε σκέψεις γύρω απ’ αυτή. Επειδή συνειδητοποιούμε ότι ανήκει σε μια άλλη κατηγορία πραγμάτων. Και με το να κάνουμε σκέψεις γύρω απ’ αυτήν, κατά κάποιο τρόπο, την ευτελίζουμε. Μια τέτοια προσευχή δεν επιθυμεί καμιά μαρτυρία, ούτε τη μαρτυρία της ίδιας της ψυχής μας. Επιζητεί να παραμείνει κρυμμένη μέσα στον Θεό. Η εμπειρία αυτή παραμένει στο πνεύμα μας σαν ένα τραύμα, μια πληγή που δεν επουλώνεται. Αλλά, δεν κάνουμε σκέψεις γύρω απ’ αυτήν. Αυτή η ζωντανή πληγή μπορεί να γίνει πηγή γνώσης, αν πρόκειται να διδάξουμε άλλους πώς να προσεύχονται. Ή, ακόμη, μπορεί να γίνει μια αμπάρα, ένα εμπόδιο για γνώση, να γίνει μια σφραγίδα σιωπής πάνω στην ψυχή η οποία κλείνει το δρόμο για λόγια και σκέψεις. Έτσι ώστε δεν μπορούμε να πούμε τίποτα γι’ αυτήν στους άλλους ανθρώπους. Γιατί ο δρόμος είναι ανοιχτός μόνο για τον Θεό. Μοιάζει, δηλαδή, με την πύλη που λέει ο Ιεζεκιήλ, η οποία θα παραμείνει κλειστή, επειδή ο Βασιλιάς κάθεται στο θρόνο μέσα σ’ αυτήν.